Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Μια χώρα στο κατώφλι της αυτογνωσίας;

Σε τι μοιάζουν η αναντιστοιχία των οικονομικών στοιχείων προς την πραγματική κατάσταση της χώρας και η δημόσια συζήτηση για την ιθαγένεια και τα πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών;
Η παράθεση εσφαλμένων μη επίκαιρων στοιχείων για την απόδοση της ιθαγένειας σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες από τον επικεφαλής του κόμματος που μέχρι πρότινος κυβερνούσε τη χώρα, είναι κάτι παραπάνω από μια ένδειξη ανεπάρκειας. Συνοδεύοντας το ακροδεξιάς έμπνευσης έωλο και κινδυνολογικό επιχείρημα περί αιτιακής σχέσης ανάμεσα στην πολιτογράφηση των παιδιών που γεννηθήκαν και μεγάλωσαν στη χώρα με την προέλκυση νέων μεταναστών που θα «κατακλύσουν» την Ελλάδα προδίδει την προσπάθεια χειραγώγησης και αποπροσανατολισμού των πολιτών της χώρας, κάποτε ενάντια στο ίδιο τους το συμφέρον: είναι προς το συλλογικό συμφέρον η δημοκρατική συμμετοχή και προστασία όλων των εργαζομένων, και ιδιαίτερα των νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας, στην Ελλάδα.
Για χρόνια, ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα ήταν αρνητικός απέναντι στους μετανάστες στο βαθμό που αγνοείτο η κοσμογονία που έφερε η μετανάστευση στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Αυτό έγινε ορατό και επισημάνθηκε με ωφελιμιστικούς όρους (με όχημα τον προβληματικό, ωστόσο αποτελεσματικό, όρο «οικονομικοί μετανάστες») από τους πολιτικούς φορείς μόνον όταν το κράτος επέλεξε να συμμετάσχει επικερδώς στο μερίδιο της οικονομίας της μετανάστευσης ελέγχοντας κεντρικά προϊόντα-υπηρεσίες (άδειες εισόδου και παραμονής, ΕΔΤΟ, πολιτογράφηση κ.λπ.) προσφέροντας για μια ακόμα φορά χαμηλής ποιότητας ακριβοπληρωμένες υπηρεσίες, πλην όμως μονοπωλιακά σε μια πελατεία χωρίς κανένα πολιτικό δικαίωμα ελέγχου αλλά ούτε καν λόγου και αντίρρησης.
Στην καθυστερημένη εξαναγκαστική επίγνωση της πραγματικότητας και στην αφύπνιση από το καταναλωτικό και εθνοπαθές matrix αναλογεί και η αναγνώριση της πραγματικότητας νέων πολιτών που συμβάλλουν εδώ και χρόνια παραγωγικά στην ελληνική κοινωνία, διεκδικώντας έλλογα και εύλογα την πλήρη συμμετοχή τους στην πολιτική κοινότητα.
Γιατί αποτελεί πτυχή του ίδιου φαινομένου η σχεδόν κωμική, αν και επικίνδυνη, στοχοποίηση και επίθεση της ακροδεξιάς εναντίον προσώπων(Δραγώνα;), μη κυβερνητικών οργανώσεων (Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου;) και ερευνητικών φορέων με διαστρέβλωση, δαιμονοποίηση (KEMO;) και με μια απολύτως γελοία και αυθαίρετη συνωμοσιολογία γραφικών φυλλάδων και ανερμάτιστων παραληρηματικών εθνο-μπερδεμένων blogs;
Σε ποιο βαθμό η ελληνική εκδοχή της κατάχρησης του κυβερνοχώρου προς δημόσια συζήτηση από ακροδεξιούς συστηματικούς spammers έχει καταργήσει την έννοια της διαβούλευσης και τρομοκρατήσει την πολιτική τάξη; Η τελευταία συνηθισμένη για δεκαετίες στο λαϊκισμό και στις βολικές υπεραπλουστεύσεις που θα πληρώσουν κάποιοι άλλοι στο μέλλον («Μακεδονία είναι μια και είναι μόνο ελληνική») διστάζει να υπερασπιστεί δημόσια τα αυτονότητα και αυταπόδεικτα απαραίτητα και ευεργετικά μέτρα που μόλις αποφάσισε να θεσμοθετήσει (ιθαγένεια στα παιδιά μεταναστών).
Πώς η blogολογία αντί να φέρει έναν φρέσκο αέρα στην ολιγαρχικού ελέγχου εγχώρια μαζική ενημέρωση (που αφιερώνει δυσανάλογα υπερβολικό χρόνο στην προώθηση ακροδεξιών και γραφικών-«θεαματικών» απόψεων που έχουν ταλαιπωρήσει τόσο την Ελλάδα όσο και την Ευρώπη τον προηγούμενο αιώνα) έχει καταστεί στο μεγαλύτερο μέρος της μια σύγχρονη εκδοχή της ufoλογίας των 70s και ημιμαθής κατσίκα που μηρυκάζει παλιούς αστικούς και εθνικούς hard-to-die μύθους και hoaxes;
Απαριθμώντας μερικούς: Soros στα Βαλκάνια και σχέδιο «ιμπεριαλιστικής» επίθεσης στην πατρίδα πίσω από κάθε σοβαρή επιστημονική προσπάθεια συγκέντρωσης στοιχείων και κατανόησης της κοινωνικής πραγματικότητας, υποτιθέμενη διαφοροποίηση της ιθαγένειας και της υπηκοότητας, υποτιθέμενο κοινό γένος (άλλοτε νοούμενο ως ανήκειν σε θρησκεία-εκκλησία, άλλοτε ως DNA και φυλετική κοινότητα, άλλοτε γύρω από ένα κοινό πυρήνα πολιτισμικού ανήκειν και κατανάλωσης).
Πώς μπορεί να διαφεύγει για τόσο πολύ χρόνο από το κύριο σώμα της πολιτικής, αλλά και πνευματικής-νομικής ελίτ η νομοτελειακή σύνδεση του ρατσιστικού λόγου και της ρατσιστικής (λεκτικής, συμβολικής, υλικής, δολοφονικής) βίας, μάρτυρες της οποίας γινόμαστε καθημερινά και μάλιστα με επίμονο χαρακτηριστικό της τη σημαντική στατιστικά συμμετοχή δημόσιων λειτουργών; (αστυνομικούς, λιμενικούς κ.λπ.). Η χλιαρή έως αμήχανη αντίδραση στη δίκη Πλεύρη είναι συμβατή με τη δευτεροβάθμια αθώωσή του;
Την ίδια στιγμή η ρατσιστική βία εντείνεται διεκδικώντας έρεισμα στη νέα γενιά. Όπως κάποιοι επισημαίνουν το αυγό του φιδιού έχει σπάσει εντός των τειχών (www.hlhr.gr) και από το τσόφλι αναδύεται δύσοσμα το φίδι ενός επικίνδυνου και βίαιου εθνικισμού. Την ωφελιμιστική δυσανεξία απέναντι στον Αλβανό της δεκαετίας του ’90 ως αδύναμο υπερεκμεταλλεύσιμο εργατικό δυναμικό, διαδέχθηκε η Ισλαμοφοβία και ο Αντισημιτισμός με έμφαση στις πολιτισμικές ασυμβατότητες και στην «καθαρότητα» της ελληνικής ταυτότητας και κουλτούρας που «απειλούνται».
Πόσα προβλήματα τελικά θα λύσουν τα προωθούμενα μέτρα για τα πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών και τη διεύρυνση του δημοκρατικού σώματος; Μήπως η περίφημη καταγωγή - ή το χρώμα - θα ακολουθούν ανεξίτηλα τους νέους έλληνες πολίτες; «Έλληνας ναι, αλλά ποιάς καταγωγής;» Είναι πρόσφατος ο αυθαίρετος επιλεκτικός επανέλεγχος της πολιτογραφήσης αφρο-ελλήνων με βάση το χρώμα του δέρματός τους από μια καταφανώς φυλετικά ρατσιστική δύσπιστη διοίκηση (όταν αυτοί επιχείρησαν να ανανεώσουν το ελληνικό τους διαβατήριο και η αρμόδια υπηρεσία πρόσεξε το μελαμψό πρόσωπο του δικαιούχου προωθώντας το για έλεγχο). Είναι επίσης πρόσφατη η αθώωση της διευθύντριας του 132ου Δημοτικού σχολείου Αττικής, αλλά πιο σημαντική είναι η αφοπλιστική επιβεβαίωση ενώπιον δικαστών του σημερινού Διευθυντή ότι εκτελούσε άτυπες -και προφανώς παράνομες- προφορικές εντολές στελεχών της τότε ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας για διάλυση της όασης των καλών πρακτικών πραγματικής διαπολιτισμικής εκπαίδευσης του εν λόγω σχολείου. Πόσο γνωστά είναι τα παραπάνω δύο περιστατικά στο κοινωνικό σύνολο και ιδιαίτερα στο κομμάτι του που σήμερα σοκάρεται μπροστά στο ενδεχόμενο ισοτιμίας με τα παιδιά των μεταναστών; Πώς οι αρμόδιες δημόσιες αρχές προστάτευσαν τα θύματα των διακρίσεων και της αυθαιρεσίας στις παραπάνω περιπτώσεις;
Είναι καιρός να μας απασχολήσουν σοβαρά αυτά τα ερωτήματα. Ίσως οι απαντήσεις -ή καλύτερα ο δρόμος προς αυτές- να μας οδηγήσουν σε μια λυτρωτική αυτογνωσία, και ανάταση. Αρκεί να τη βιώσουμε σε μια περιεκτική υπερ-πολιτισμική πολιτική κοινότητα που θα εκφραστεί και θα σχεδιάσει το μέλλον της μέσα από νέες δημιουργικές συλλογικότητες.
*Διευθυντής Εθνικού Παρατηρητηρίου του Ρατσισμού Ένωση-ΚΕΜΟ/i-RED.


Αναδημοσίευση από την Εποχή  31/1/2010
http://www.epohi.gr/portal/component/content/article/15/4453

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Ας ξαναφανταστούμε την πολιτική μας κοινότητα: Μετανάστες ισότιμοι πολίτες, με δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι

Αυτές τις μέρες το ελληνικό διαδίκτυο έχει πάρει φωτιά από μια ιδιότυπη αναγέννηση της πολιτικής συμμετοχής. Σε κάθε περίπτωση, μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας επιλέγουν να μη σιωπήσουν και, πάνω απ’ όλα, να θέσουν υπό συζήτηση τον εαυτό τους, δηλαδή την ίδια τη συγκρότηση της ελληνικής πολιτικής κοινότητας. Ακόμη και οι παρανοήσεις και οι διαστρεβλώσεις ανθρώπων, οι οποίοι, χειραγωγημένοι και παραπληροφορημένοι ή θλιβερά κατευθυνόμενοι, βλέπουν να καταρρέει η εικονική πραγματικότητα μιας εθνοθρησκευτικά --ή ακόμα και φυλετικά-- «καθαρής» Ελλάδας που έμαθαν(;) από παιδιά, συμβάλλουν σε μια πρωτόγνωρη διαδικασία κάθαρσης και αναστοχασμού.
Αυτή η μοναδική στιγμή στη σύγχρονη πολιτική μας ιστορία οφείλεται σε μια αναπόφευκτη έκφραση του μεταναστευτικού φαινομένου: όσο κι αν κρυφτεί για χρόνια κάτω από το χαλί, η μετανάστευση έχει ολικό και μεταμορφωτικό αντίκτυπο στις κοινωνίες που συναντά και μετασχηματίζει.
Η σφοδρή αντίδραση κάποιων μελών της κοινωνικής πλειοψηφίας των ελλήνων πολιτών απέναντι στις προτεινόμενες διατάξεις περί ιθαγένειας και πολιτογράφησης δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε ελλιπή γνώση, παραπληροφόρηση ή προκατάληψη. Τα αξιακού τύπου επιχειρήματα και οι αφορισμοί ή οι γενικεύσεις (π.χ. «είναι ρατσιστές») δεν απαντούν από μόνα τους στην ανάγκη για γνώση της πραγματικότητας αυτή την κρίσιμη στιγμή, ενώ συμβάλλουν μόνο σε μια διχαστικού τύπου πόλωση, συχνά γύρω από τους παραδοσιακούς πόλους της Δεξιάς και Αριστεράς. Μακάρι η διαφαινόμενη αναγέννηση της αντίθεσής αυτής να παραγάγει και πολιτικά αποτελέσματα, και όχι μόνο ρητορική.
Είναι αναγκαίο να δοθούν απαντήσεις στους απλούς ανθρώπους σχετικά με το γιατί είναι σημαντική και υπέρ του συλλογικού συμφέροντος, η πολιτογράφηση των μεταναστών και των παιδιών τους, καθώς και η απόδοση ισότιμων δικαιωμάτων συμμετοχής στα κοινά σε όλους όσους ζουν παραγωγικά στη χώρα.
Η «αλλοίωση του δήμου»: γιατί η ιθαγένεια στους μετανάστες συμφέρει το σύνολο των Ελλήνων
Πριν ακόμη την υποτιθέμενη αλλοίωση μιας μυθικής «εθνικής ομοιογένειας», η πολύχρονη προβληματική μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα έχει οδηγήσει σήμερα σε μια «αλλοίωση» του «δήμου»: Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται, συμμετέχουν στην οικονομία, την κοινωνία και τον πολιτισμό για πολλά χρόνια, χωρίς όμως δικαιώματα δημόσιας διαβούλευσης ή συναπόφασης ούτε καν για τα ζητήματα που τους αφορούν άμεσα.
Αξίζει να αναλογιστούμε τι θα λέγαμε και πώς θα αντιδρούσαμε εάν έλληνες μετανάστες για δεκαετίες στην Αμερική, τη Γερμανία κλπ. είχαν δικαίωμα (δηλ. υποχρέωση) μόνο να εργάζονται, και όχι να λένε τη γνώμη τους. Ο κίνδυνος λοιπόν για την Ελλάδα δεν είναι εκείνος της «αλλοίωσης» της εθνικής ομοιογένειας, αλλά η αναβίωση ενός αποκρουστικού καθεστώτος ειλώτων και πληβείων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μετανάστες και οι εκπρόσωποί τους δεν συμμετέχουν ούτε καν στην Εθνική Επιτροπή για την Κοινωνική Ένταξη των Μεταναστών. Σε μια δημοκρατία είναι ανεπίτρεπτος ένας τέτοιος μακροχρόνιος αποκλεισμός.
Η απόδοση ιθαγένειας στους ανθρώπους με αποδεδειγμένα ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα θα επιφέρει μέγιστο όφελος, πρώτα απ’ όλα για το σύνολο των Ελλήνων και κατόπιν για τους πολιτογραφηθέντες. Η ισότητα δικαιωμάτων ανάμεσα στους κατοίκους της χώρας που έχουν χτίσει παραγωγικά το κέντρο της ζωής τους και το μέλλον τους στην Ελλάδα, μόνο καλό μπορεί να κάνει σε όλους τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα στη νέα γενιά, απέναντι σε φαινόμενα ανασφάλιστης ή επισφαλούς απασχόλησης, εκμετάλλευσης, ολιγαρχίας και κρίσης της δημοκρατίας. Η διατήρηση μεγάλου μέρους της εργατικής δύναμης σε επισφαλή θέση έχει αρνητική επίπτωση σε όλους τους εργαζόμενους (ασφαλιστικά-εργασιακά δικαιώματα), ενώ συντηρεί τις ολιγαρχίες και τους ισχυρότερους, που εμμέσως ή άμεσα εκμεταλλεύονται αυτή την κατάσταση.
Γιατί λοιπόν ακριβώς εκείνοι που θα έπρεπε να προσβλέπουν στην υπηκοότητα ή το δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές για τους μετανάστες να αντιδρούν σ’ αυτή τη μεταρρύθμιση; Η απάντηση ίσως βρίσκεται στην αρκετά παλιά (και ενίοτε δύσοσμη, βλ. υπόθεση Βατοπεδίου) διαπλοκή ανάμεσα σε κομμάτι της πολιτικής τάξης και τους υπερπατριώτες και τους μονοπωλητές της εθνικής ταυτότητας -- με το αζημίωτο. Αυτή η πολιτική ομάδα, που κινείται από τα όρια του «Κέντρου» έως την ακροδεξιά, είναι και εκείνη που σήμερα, επισείοντας την ανύπαρκτη απειλή-σκιάχτρο της «αλλοίωσης της εθνικής ομοιογένειας», επιδιώκει να στρέψει τους λιγότερο ισχυρούς και λιγότερο ενημερωμένους σε αντίθεση, συχνά, προς τα ίδια τους τα συμφέροντα για μια πιο δίκαιη κοινωνία. Ένα παράδειγμα: Ποιον μπορεί να συμφέρει να μην έχουν δικαιώματα τα παιδιά μεταναστών όταν εισέρχονται στην αγορά εργασίας; Η ευάλωτη θέση τους αποβαίνει σε βάρος ολόκληρης της νέας γενιάς, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, που ανταγωνίζεται αυτό το χαμηλά αμειβόμενο και λιγότερο προστατευμένο από τον νόμο εργατικό δυναμικό.
Η νηφάλια ρύθμιση (όπως εκείνη που πρότεινε η Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, βλ. http://www.hlhr.gr) που εκτιμά την πραγματική ένταξη του πολιτογραφηθέντα στην ελληνική κοινωνία καθώς και τη δυνατότητά του να συμμετάσχει ενεργά και ουσιαστικά στην ελληνική πολιτική κοινότητα, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές οι οποίες τη διέπουν, είναι επαρκής για να κατευναστούν οι, κατά τη γνώμη μας αβάσιμοι, φόβοι «αυτόματης» απόδοσης ιθαγένειας. Σήμερα που, τουλάχιστον σε αυτή την ήπειρο, οι θρησκευτικοί πόλεμοι είναι απίθανοι, οι κάτοικοι της χώρας που επιθυμούν να ενταχθούν παραγωγικά σε μια πολιτική ενότητα και συλλογικότητα μπορούν να αναγνωριστούν γύρω από τις συνταγματικές αξίες της αξιοπρέπειας, της πλήρους πολιτικής και κοινωνικής συμμετοχής, τις ελευθερίες, τα δικαιώματα και τον στόχο της κοινωνικής ισότητας, σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου.
Η πολιτογράφηση στην Ευρώπη
Αν δούμε πώς έχουν αναπτύξει οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες τις δικές τους πολιτικές ιθαγένειας και πολιτογράφησης θα διαπιστώσουμε ότι σχεδόν όλες τους έχουν προβλέψει μια λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκή πρόσβαση της δεύτερης γενιάς μεταναστών στην ιθαγένεια. Η πλειοψηφία τους (2 στις 3 ευρωπαϊκές χώρες) παραχωρεί την ιθαγένεια σε όσους γεννήθηκαν στη χώρα είτε αυτόματα με τη γέννηση (25%) είτε μετά από 3 έτη (22%) ή 5 έτη (19%). Η Ελλάδα είναι πλέον η μόνη χώρα που δεν προβλέπει κάποια ειδική ρύθμιση για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς για πρόσβαση στη δυνατότητα να γίνουν έλληνες πολίτες πριν από τους γονείς τους. Ακόμα και οι υπόλοιπες χώρες, με αυστηρές έστω προϋποθέσεις (Αυστρία, Ιταλία, Κύπρος), προβλέπουν ευνοϊκότερους όρους πρόσβασης στη μακρά διαμονή και ειδικές ρυθμίσεις για τη δεύτερη γενιά). Αντίστοιχα, 11 ευρωπαϊκές χώρες (το 41%) χορηγούν στην πρώτη γενιά μεταναστών την ιθαγένεια σε λιγότερο από 5-6 χρόνια, ενώ 14 χώρες σε 8-10 χρόνια. Ως απάντηση λοιπόν στους καταστροφολογούντες αξίζει να σημειωθεί ότι όταν εφαρμοστούν οι νέες ρυθμίσεις η Ελλάδα απλώς θα εναρμονίσει τις πολιτικές της ιθαγένειας κάπου κοντά στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την εποχή της νέας μετανάστευσης.
Ωστόσο, ακόμα και αν παραχωρηθεί η ιθαγένεια, αυτή θα παραμείνει νεκρό γράμμα εάν δεν συνοδεύεται από την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων και από συμμετοχικές δομές, αντάξιες σε μια δυναμική και αναπτυσσόμενη ελληνική κοινωνία. Γι’ αυτό χρειάζεται χορήγηση του καθεστώτος μακράς διαμονής στους εκατοντάδες χιλιάδες διαμένοντες πάνω από πέντε χρόνια στην Ελλάδα --συμπεριλαμβανομένης της λεγόμενης «μιάμιση» γενιάς--, το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές εκλογές, καθώς και η ενίσχυση και συμμετοχή των οργανώσεων μεταναστών σε έναν πραγματικά δημοκρατικό δημόσιο εθνικό διάλογο για τη μετανάστευση.
Εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις τοπικές εκλογές
Έπειτα από χρόνια ξενοφοβικής μεταναστευτικής πολιτικής, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στη μικρή μειοψηφία των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εμποδίζουν τη συμμετοχή όλων των μεταναστών στη δημόσια ζωή. Στις μισές ευρωπαϊκές χώρες οι μετανάστες ψηφίζουν, ενώ στο 18% ψηφίζουν αλλά και εκλέγονται στις τοπικές εκλογές. Η απουσία δυνατότητας συμμετοχής στις τοπικές εκλογές αποτελεί σοβαρό δημοκρατικό έλλειμμα κυρίως για τις χώρες εκείνες στις οποίες οι μετανάστες αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι του εργατικού δυναμικού, της χειρωνακτικής εργασίας και των υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, όταν εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια ζουν και εργάζονται σε μια χώρα αλλά δεν έχουν λόγο στη διαχείριση των κοινών και σε αποφάσεις που τους αφορούν, τότε υπάρχει πρόβλημα. Η δημοκρατική συμβίωση απειλείται από την εκμετάλλευση ενός εργατικού δυναμικού χωρίς πολιτικά δικαιώματα --αλλά και υποχρεώσεις--, και οι κοινωνικές εντάσεις καραδοκούν ως νομοτελειακή συνέπεια.
Ο επιλεκτικός περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, ελληνική πρωτοτυπία εάν ψηφιστεί ως έχει, μπορεί να αποβεί εξαιρετικά προβληματικός στην πρακτική εφαρμογή του. Κινδυνεύει να δημιουργήσει δημότες δύο κατηγοριών, ενώ μπορεί να οδηγήσει και σε πρακτικά προβλήματα νομιμοποίησης και διαδικασίας (π.χ. δυσχέρεια στον ορισμό αντιδημάρχων αλλά και νομιμοποίηση δημάρχων), εκεί όπου οι ιδανικότεροι και πλέον ψηφισμένοι σύμβουλοι μπορεί να είναι αλλοδαποί. Όμως η μεγαλύτερη ζημιά που θα προξενήσει αυτός ο αποκλεισμός κάποιων δημοτών από τα κοινά θα είναι ίσως η επιβράβευση και η διαιώνιση των διακρίσεων και της δυσανεξίας ή δυσπιστίας απέναντι στους μετανάστες μέσα στη μικρή μας ταραγμένη πολιτική κοινότητα ήδη από το τοπικό επίπεδο.
Νέες ρεαλιστικές και γενναίες πολιτικές ιθαγένειας και πολιτικής δημοκρατικής συμμετοχής των μεταναστών, τόσο με το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι όσο και με την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή στη δημόσια ζωή και διαβούλευση για τα κοινά αγαθά και τους νόμους, δεν είναι παρά μια επιτακτικά αναγκαία ρήξη με φοβικές και ανιστόρητες μεταναστευτικές πολιτικές. Γιατί σε μια ραγδαία εξελισσόμενη και γόνιμη κοινωνία και νέα γενιά αξίζει ένα κράτος που εκτιμά και στηρίζεται στους ανθρώπινους πόρους της και δεν φοβάται να ξαναφανταστεί την πολιτική της συγκρότηση.
Η ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία είναι κάτι που συμβαίνει ούτως ή άλλως, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο: είτε ισότιμα με ίσες ευκαιρίες είτε, αντιθέτως, με διακρίσεις που μακροπρόθεσμα δυναμιτίζουν την κοινωνική συμβίωση. Εδώ και είκοσι χρόνια η εν τοις πράγμασι ένταξη των μεταναστών σημαδεύτηκε από περιπέτειες εκμετάλλευσης, γραφειοκρατίας, διακρίσεων, βίας, ρατσισμού, αποχωρισμών και πόνου, αλλά κάποτε και ειρηνικής και παραγωγικής συνύπαρξης και συνεργασίας, αλληλοσεβασμού, αλληλεγγύης και κοινωνικής ανάτασης.
Ο ρομαντισμός της ματιάς της πλειοψηφίας και των ελίτ απέναντι στη «μιάμιση» και τη «δεύτερη γενιά» έδωσε το έναυσμα στη σημερινή συζήτηση ενός κώδικα ιθαγένειας, αλλά κρύβει μια κοινωνία που βράζει και το τραυματισμένο σώμα της κοινωνικής συνοχής από περιστατικά όπως εκείνα της αστυνομικής βίας και των βασανιστηρίων που μαθαίνουμε τον τελευταίο καιρό χάρη στη μεταβολή της στάσης του νέου αρμόδιου υπουργού. Πόσο βαθιές είναι οι πληγές; Πόσο έχουν λαβώσει και υποθηκεύσει το μέλλον της δημοκρατικής συμμετοχής και της συλλογικότητας; Τουλάχιστον σήμερα συζητούμε για νόμους που μπορούν να σταματήσουν αυτό τον συνεχόμενο αυτοκαταστροφικό αυτοτραυματισμό.
Είθε οι πολιτικές που θα ακολουθήσουν τις νομοθετικές μεταρρυθμίσεις και η υπεύθυνη στάση όλων να αποδειχθεί ικανή να θεραπεύσει αυτά τα τραύματα και να οδηγήσει σε κάτι ανώτερο. «Δεν είμαστε Γαλλία», έλεγαν οι περισσότεροι πριν λίγα χρόνια. Ιδού λοιπόν η ευκαιρία να αποδειχθεί ότι οι πολιτογραφηθέντες ή οι «μακροχρόνια διαμένοντες» δεν θα υφίστανται διακρίσεις και αποκλεισμούς, αλλά θα είναι καθ’ όλα ισότιμοι ως πολίτες και ως δημότες.
Η απόδοση της ιδιότητας του έλληνα πολίτη ή εκείνη του επί μακρόν διαμένοντος, κατ’ επιλογή των υποκειμένων που αποφασίζουν να επικυρώσουν και να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με μια ανεξίθρησκη, πολυεθνική, πολυπολιτισμική, βαθιά δημοκρατική και γι’ αυτό ισχυρή ελληνική πολιτική κοινότητα και κοινωνία, μπορεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο και να σημάνει μια νέα κοσμογονία σε μια κρίσιμη καμπή της κοινής μας ζωής και του σχεδιασμού του μέλλοντος των παιδιών όλων μας.
*Ο Μίλτος Παύλου είναι διευθυντής του Εθνικού Παρατηρητηρίου του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας ΕΝΩΣΗ-ΚΕΜΟ/i-RED.
Το άρθρο βασίζεται στην κοινή δημόσια δήλωση για τo νομοσχέδιο Περί ιθαγένειας και πολιτογράφησης μεταναστών με τίτλο «Αξίζει να φανταστούμε μια νέα ελληνική κοινωνία» του Μίλτου Παύλου και της Άννας Τριανταφυλλίδου (βλ. http://www.petitiononline.com/greekcit/petition.html )

Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.petitiononline.com/greekcit/petition.html
μπορεί κανείς να διαβάσει και να υπογράψει τη δημόσια κοινή δήλωση με τίτλο «Αξίζει να φανταστούμε μια νέα ελληνική κοινωνία» του Μίλτου Παύλου και της Άννας Τριανταφυλλίδου. Την έχουν ήδη προσυπογράψει εκατοντάδες πολίτες.
Kυριάκος Κατζουράκης, «Νυχτερινή περίπολος» (λεπτομέρεια). Από το λεύκωμα «Ο δρόμος προς τη Δύση. Η περιπέτεια της μετανάστευσης με ζωγραφική, κείμενα και ντοκουμέντα», Μεταίχμιο, Αθήνα 2001.
Μετανάστες στην αποβάθρα του σταθμού του Μιλάνου, 1970. Φωτογραφία του Tζιάννι Μπέρενγκο Γκαρντίν (Gianni Berengo Gardin, «Les Italiens, 1953-1997», Autremont, Παρίσι 1998)

Αναδημοσίευση από Αυγή   10/1/2010
http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=516103

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Αξίζει να φανταστούμε μια νέα ελληνική κοινωνία

Κοινή Δημόσια Δήλωση για τo Νομοσχέδιο περί Ιθαγένειας και Πολιτογράφησης Μεταναστών

Μεγάλο μέρος των σχολίων στη διαβούλευση που έχει ανοίξει το Υπουργείο Εσωτερικών στο www.opengov.gr/ypes είναι δυστυχώς αποτέλεσμα παραπληροφόρησης. Kάποτε δε προδίδουν ότι οι γράφοντες δεν έχουν καν αναγνώσει αυτό το ίδιο το νομοσχέδιο που επικρίνουν ή λασπολογούν. Η αβάσιμη κινδυνολογία περί αλλοίωσης του έθνους και περί φυλετικής διαφοροποίησης, είναι απαράδεκτη σε μια δημοκρατία και κάποτε ποινικά κολάσιμη. Μπορεί να προκαλέσει μόνο θύματα βίας, δυσανεξίας, χειραγώγησης, απογοήτευσης και ματαίωσης από όλες τις πλευρές. Μέσα στην προσπάθεια δημιουργίας πόλωσης και όξυνσης μέσα από εμπρηστικές διαστρεβλώσεις, δαιμονοποιήσεις και ρατσιστικής έμπνευσης υστερίες, ακόμα και εκείνοι που τις εκφέρουν έχουν να χάσουν. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις βρίσκονται σαφώς στο μέσο όρο (αν όχι λίγο κάτω από αυτόν) των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών και είναι εύλογες και δικαιολογημένες, όσο και επιφυλακτικές και προσεκτικές. Aξίζει λοιπόν να σημειώσουμε κάποια σημεία που χρήζουν προσοχής από ειδικούς και μη, από τους κατέχοντες πολιτικά αξιώματα αλλά και κυρίως τους απλούς πολίτες:

1- Σήμερα υπάρχει ήδη «αλλοίωση» του 'δήμου' στο βαθμό που για πολλά έτη εργαζόμενοι και τα παιδιά τους στη χώρα δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα να πουν τη γνώμη τους ακόμα και για το πού πρέπει να μπουν κάδοι καθαριότητας ή μια παιδική χαρά.

2- Αξίζει να αναλογιστούμε τι θα λέγαμε και πώς θα αντιδρούσαμε εάν έλληνες μετανάστες για δεκαετίες στην Αμερική, τη Γερμανία κλπ. είχαν δικαίωμα (υποχρέωση) μόνο να εργάζονται και όχι να λένε τη γνώμη τους, ούτε καν για ζητήματα που τους αφορούν άμεσα σε τοπικό επίπεδο. Ο κίνδυνος λοιπόν για την Ελλάδα δεν είναι εκείνος της «αλλοίωσης» της εθνική ομοιογένειας αλλά η αναβίωση ενός αποκρουστικού καθεστώτος ειλώτων και πληβείων. Στο δημοκρατικό σύστημα δεν χωρεί τέτοιος αποκλεισμός.

3- Το μεταναστευτικό και ο κώδικας ιθαγένειας έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά προβληματικά και παρωχημένα, ακριβώς επειδή καμία κυβέρνηση δεν τα άγγιξε όταν έπρεπε. Αποτέλεσμα είναι σήμερα η Ελλάδα να βρίσκεται κάτω από όλες τις χώρες της ΕΕ των 27 στις σχετικές ρυθμίσεις. Ως τέτοια σήμερα το «μεταναστευτικό» βρίσκεται ενώπιόν μας ως γόρδιος δεσμός και χρήζει ανάλογων - όσο και νηφάλιων και δημοκρατικών - λύσεων.

4- Η απόδοση ιθαγένειας στους ανθρώπους με αποδεδειγμένα ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα, έχει μέγιστο όφελος πρώτα απ'όλα για το σύνολο των Ελλήνων και κατόπιν για τους πολιτογραφηθέντες. Η ισότητα δικαιωμάτων ανάμεσα στους κατοίκους της χώρας που έχουν κτίσει παραγωγικά το κέντρο της ζωής τους και το μέλλον τους στην Ελλάδα, μόνο καλό μπορεί να κάνει σε όλους τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα στη νέα γενιά, απέναντι σε φαινόμενα ανασφάλιστης ή επισφαλούς απασχόλησης, εκμετάλλευσης, ολιγαρχίας και κρίσης της δημοκρατίας. Η διατήρηση μεγάλου μέρους της εργατικής δύναμης σε επισφαλή θέση έχει προφανώς αρνητική επίπτωση σε όλους τους εργαζόμενους (ασφαλιστικά-εργασιακά δικαιώματα), ενώ συντηρεί τις ολιγαρχίες και τους ισχυρότερους που εμμέσως ή άμεσα εκμεταλλεύονται αυτήν την κατάσταση.

5- Γιατί λοιπόν ακριβώς εκείνοι που θα έπρεπε να προσβλέπουν στην υπηκοότητα ή το δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές για τους μετανάστες να αντιδρουν σε αυτή τη μεταρρύθμιση; Η απάντηση ίσως βρίσκεται στην αρκετά παλιά (και ενίοτε δύσοσμη, βλ.«Βατοπέδιο») διαπλοκή ανάμεσα σε κομμάτι της πολιτικής τάξης και τους υπερπατριώτες και τους μονοπωλητές της εθνικής ταυτότητας με το αζημίωτο. Αυτή η πολιτική ομάδα από τα όρια του 'κέντρου' έως την ακροδεξιά είναι και εκείνη που σήμερα, επισείοντας την ανύπαρκτη απειλή σκιάχτρο της «αλλοίωσης της εθνικής ομοιογένειας», επιδιώκει να στρέψει τους λιγότερο ισχυρούς και λιγότερο ενημερωμένους - ή απλά χειραγωγημένους. Συχνά σε αντίθεση προς τα ίδια τους τα συμφέροντα για μια πιο δίκαιη κοινωνία. Ένα παράδειγμα: σε ποιον μπορεί να συμφέρει να μην έχουν δικαιώματα τα παιδιά μεταναστών όταν εισέρχονται στην αγορά εργασίας; η ευάλωτη θέση τους αποβαίνει σε βάρος ολόκληρης της νέας γενιάς ανεξαρτήτως ιθαγένειας που ανταγωνίζεται αυτό το χαμηλά αμειβόμενο και λιγότερο προστατευμένο από το νόμο εργατικό δυναμικό.

6- Η νηφάλια ρύθμιση (όπως εκείνη που πρότεινε η Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου http://www.hlhr.gr) που εκτιμά την πραγματική ένταξη του πολιτογραφηθέντα στην ελληνική κοινωνία καθώς και τη δυνατότητά του να συμμετάσχει ενεργά και ουσιαστικά στην ελληνική πολιτική κοινότητα, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές οι οποίες την διέπουν, είναι επαρκής για να κατευναστούν οι, κατά τη γνώμη μας αβάσιμοι, φόβοι 'αυτόματης' απόδοσης ιθαγένειας.

7- Επιπλέον το προτεινόμενο σχέδιο νόμου επιδέχεται ουσιαστικών βελτιώσεων που θα βοηθήσουν την εφαρμογή του στην πράξη, αποφεύγοντας ασάφειες:

- Δεν είναι σαφής η σκοπιμότητα της ρύθμισης για συμμετοχή στις τρεις πρώτες τάξεις υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Θα μπορούσε να είναι οποιεσδήποτε τρεις τάξεις του Δημοτικού. Εξαιρείται επίσης ένα σημαντικό κομμάτι για το οποίο έχουν επενδυθεί δημόσιοι πόροι: οι μετανάστες που έχοντας μεταναστεύσει ανήλικοι και έχοντας φοιτήσει λίγα έτη (λιγότερα των έξι) και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αποφοιτούν από ελληνικά πανεπιστήμια. Θα ήταν δοκιμη μια ρύθμιση ως εξής: "...το τέκνο αλλοδαπών που έχει φοιτήσει για έξι τουλάχιστον έτη σε ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα."
- χρειάζεται να καλυφθούν οι περιπτώσεις γονικής μέριμνας από τρίτους (και όχι τους γονείς). Αυτό μπορεί να καταστεί σαφές και ερμηνευτικά αλλά θα βοηθούσε η διαζευκτική αναφορά "των γονέων ή των ασκούντων τη γονική μέριμνα στην Ελλάδα".
- η παρ.2 του 1Α είναι δόκιμο να δίνει τη δυνατότητα πολιτογράφησης με την πλήρωση των προϋποθέσεων που αναφέρονται και όχι μετά από το 18ο έτος της ηλικίας των παιδιών. Εϊναι προβληματικό να τα διατηρεί στην αναμονή της απονομής αυτού του δικαιώματος για δεκαετίες (για περίοδο δηλαδή μεγαλύτερη ακόμα και για τους μη γεννηθέντες ή μεταναστεύσαντες ανήλικους στη χώρα) οδηγώντας σε διακρίσεις και δυχεραίνοντας τελικά την ίδια την εφαρμογή του νέου κώδικα ιθαγένειας στην κοινωνία.
- η ρύθμιση για νόμιμη διαμονή είναι εύλογη σε έναν κώδικα ιθαγένειας. Ωστόσο, ενόψει πολύχρονης προβληματικής πολιτικής αδειών διαμονής, πολλοί έχουν εκπέσει της νομιμότητας ή δεν έχουν συνεχή νόμιμη διαμονή όχι με δική τους ευθύνη. Μπορεί, διατηρώντας τη ρύθμιση εδώ για νόμιμη διαμονή, να προστεθεί μια μεταβατική διάταξη μόνο για την πρώτη εφαρμογή του νέου νόμου που να προβλέπει για ένα περιορισμένο χρόνο - κυρίως με στόχο τη λεγόμενη μιάμιση γενιά - τη δυνατότητα υποβολής αίτησης πολιτογράφησης μόνο με το στοιχείο της πραγματικής (και όχι αναγκαστικά συνεχούς και νόμιμης) διαμονής και των αποδεδειγμένων δεσμών με τη χώρα όπως και της ένταξης στην ελληνική κοινωνία.
- Η προϋπόθεση της εν τοις πράγμασι πενταετούς συνεχούς διαμονής μέσα από μεταβατικές διατάξεις ειδικά για την παρούσα «μιάμιση» και «δεύτερη» γενιά μεταναστών (παιδιά που μετανάστευσαν ανήλικα ή γεννήθηκαν) που έχουν βρεθεί εκτός νομιμότητας λόγω του προβληματικού συστήματος αδειών διαμονής που ισχύει έως σήμερα, είναι απαραίτητη για την πολιτογράφηση ακριβώς του δυναμικού κομματιού της νέας γενιάς που έφερε το ζήτημα της ιθαγένειας των παιδιών των μεταναστών στη δημόσια συζήτηση και νομιμοποίησε την αναγκαιότητα και σκοπιμότητα της διεύρυνσης της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη.
- ο περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, ελληνική πρωτοτυπία εάν ψηφιστεί ως έχει, μπορεί να αποβεί εξαιρετικά προβληματικός στην πρακτική εφαρμογή του. Κινδυνεύει να δημιουργήσει δημότες 2 κατηγοριών, ενώ μπορεί να οδηγήσει και σε πρακτικά προβλήματα νομιμοποίησης και διαδικασίας (πχ. δυσχέρεια στον ορισμό αντιδημάρχων αλλά και νομιμοποίηση δημάρχων) εκεί όπου οι ιδανικότεροι και πλέον ψηφισμένοι σύμβουλοι μπορεί να είναι αλλοδαποί. Αν και η Ελλάδα δυστυχώς δεν έχει ακόμη επικυρώσει τη Διεθνή Σύμβαση για τη συμμετοχή των Μεταναστών στη Δημόσια Ζωή μπορεί τουλάχιστον να μη βλάψει τη δημοκρατική της συνοχή αποδίδοντας ίσα δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής στους επί μακρόν διαμένοντες (όπως άλλωστε υποδεικνύει και η σχετική οδηγία 2003/109/ΕΚ)
- To ύψος του παραβόλου πρέπει να είναι αναλογικό ως προς το κόστος των ανάλογων επιτροπών και των επιπλέον διαδικασιών που απαιτούνται. Λόγω του συμβολισμού του σε πολλές χώρες δεν είναι υψηλότερο από το χαρτόσημο για την έκδοση ενός δελτίου ταυτότητας. Εάν διατηρηθεί στα 1000 € τότε είτε λειτουργεί αποτρεπτικά, είτε με εισπρακτική λογική αφαίμαξης μιας οικογένειας, κάτι που δεν αρμόζει στην οικοδόμηση σχέσης κράτους-πολίτη και μάλιστα στην πρώτη ανάλογη συναλλαγή του υπό πολιτογράφηση με τη διοίκηση. Ως εκ τούτου το παράβολο επείγει να μειωθεί με βάση την εκτίμηση της επιβάρυνσης της διοίκησης για την εξέταση των αιτήσεων πολιτογραφησης Ένα αναλογικό παράβολο ενδέχεται να κυμαίνεται ανάμεσα στα 50-200€.

8- Αξίζει να δούμε και να διαβάσουμε προσεκτικά το νόμο. Αξίζει να φανταστούμε μια νέα ελληνική κοινωνία.



Η ιδιότητα του πολίτη στην Ελλάδα και στην Ευρώπη

Το κύριο επιχείρημα όσων κινδυνολογούν επεισείοντας απειλές «αλλοίωσης» του πληθυσμού από την την ευχερέστερη απόδοση ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών και τους γονείς τους είναι ότι απειλείται η εθνική «ομοιογένεια».

Αυτό το επιχείρημα αγνοεί ότι η Ελλάδα, όπως και κάθε σύγχρονο έθνος-κράτος, έχει ιδρυθεί, μετασχηματιστεί και εξελιχθεί μέσα από συγκλίσεις διαφορετικών τοπικών και περιφερειακών πολιτισμικών ταυτοτήτων και ότι ο καθένας μας κουβαλάει έναν πλούτο από εντελώς διαφορετικές εθνοτικές, συνειδησιακές και κοινωνικές ταυτότητες.

Επίσης αποκρύπτει ότι η επίκληση μιας υποτιθέμενης ενιαίας και μονολιθικής «εθνοθρησκευτικής ομοιογένειας» και μάλιστα μέσα από δεσμούς αίματος που παραμένουν ευδιάκριτοι ως ευθεία γραμμή ανά τους αιώνες, δεν είναι παρά ένας μύθος που αποτέλεσε πάντα εργαλείο αποκλεισμού και διακρίσεων με δυσμενείς συνέπειες για το συλλογικό συμφέρον και όχι μόνο για τα άμεσα και ορατά του θύματα. Αν ο μύθος αυτός ευσταθούσε, τότε η μοναδικότητα αυτής της γωνιάς της υφηλίου θα συγκέντρωνε το έκπληκτο ενδιαφέρον γενετιστών και μελετητών του DNA.

Αντιθέτως, σε κάθε ιστορική περίοδο οι κάτοικοι της επικράτειας αναγνώρισαν εαυτούς γύρω από ένα σύνολο κοινών πεποιθήσεων και, συχνά θρησκευτικής και πολιτιστικής, συνείδησης. Έτσι σε κάθε εποχή, το 'δίκαιο του αίματος' και η ιθαγένεια με βάση ένα κοινό 'γένος' δεν είναι παρά 'δίκαιο του εδάφους΄ (πολίτες=κάτοικοι) που στη διαδικασία αναγνώρισης και οικοδόμησης μιας κοινής εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας μετατρέπεται σε δίκαιο του αίματος (πολίτες=κάτοικοι με κοινή 'καταγωγή' και 'θρησκεία').

Συχνά αυτή η ταυτότητα καθοριζόταν σε σχέση με τους άλλους και στα πλαίσια συγκρούσεων και πολέμων. Σήμερα, όπου τουλάχιστον σε αυτήν την ήπειρο, οι θρησκευτικοί πόλεμοι είναι απίθανοι, οι κάτοικοι της χώρας που επιθυμούν να ενταχθούν παραγωγικά σε μια πολιτική ενότητα και συλλογικότητα μπορούν να αναγνωριστούν γύρω από συνταγματικές αξίες της αξιοπρέπειας, της πλήρους πολιτικής και κοινωνικής συμμετοχής, τις ελευθερίες, τα δικαιώματα και το στόχο της κοινωνικής ισότητας, σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου.

Αν δούμε πώς οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες έχουν αναπτύξει τις δικές τους πολιτικές ιθαγένειας και πολιτογράφησης θα διαπιστώσουμε ότι οι σχεδόν όλες τους έχουν προβλέψει μια λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκή πρόσβαση της δεύτερης γενιάς μεταναστών στην ιθαγένεια. Η πλειοψηφία τους (2 στις 3 ευρωπαϊκές χώρες) παραχωρεί την ιθαγένεια σε όσους γεννήθηκαν στη χώρα είτε αυτόματα με τη γέννηση (25%) είτε μετά από 3 έτη (22%) ή 5 έτη (19%). Η Ελλάδα είναι πλέον η μόνη χώρα που δεν προβλέπει κάποια ειδική ρύθμιση για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς για πρόσβαση στη δυνατότητα να γίνουν έλληνες πολίτες πριν από τους γονείς τους. Ακόμα και οι υπόλοιπες χώρες με αυστηρές προϋποθέσεις (Αυστρία, Ιταλία, Κύπρος) προβλέπουν ευνοϊκότερους όρους πρόσβασης στη μακρά διαμονή και ειδικές ρυθμίσεις για τη δεύτερη γενιά).

Αντίστοιχα, ένας μεγάλος αριθμός ευρωπαϊκών χωρών (11: 41%) χορηγεί στην 1η γενιά μεταναστών την ιθαγένεια σε λιγότερα από 5-6 χρόνια και 14 χώρες σε 8-10 χρόνια.

Όταν εφαρμοστεί η πρόσφατη διακήρυξη του Πρωθυπουργού κ.Παπανδρέου δεν πρόκειται να συμβεί κάτι το συνταρακτικό, αλλά απλά η Ελλάδα θα εναρμονίσει τις πολιτικές της ιθαγένειας κάπου κοντά στο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην εποχή της νέας μετανάστευσης.

Ωστόσο, ακόμα και αν παραχωρηθεί η ιθαγένεια αυτή θα παραμείνει νεκρό γράμμα εάν δεν συνοδεύεται από την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων και από συμμετοχικές δομές, αντάξιες σε μια δυναμική και αναπτυσσόμενη ελληνική κοινωνία.

Γι αυτό χρειάζεται χορήγηση του καθεστώτος μακράς διαμονής στους εκατοντάδες χιλιάδες διαμένοντες πάνω από πέντε και δέκα χρόνια στην Ελλάδα - συμπεριλαμβανομένης της λεγόμενης «μιάμιση» γενιάς - το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές εκλογές, και η ενίσχυση και συμμετοχή των οργανώσεων μεταναστών σε έναν πραγματικά δημοκρατικό δημόσιο εθνικό διάλογο για τη μετανάστευση.

Εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις τοπικές εκλογές: Μετά από χρόνια ξενοφοβικής μεταναστευτικής πολιτικής η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στη μικρή μειοψηφία των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εμποδίζουν τη συμμετοχή όλων μεταναστών στη δημόσια ζωή. Στις μισές ευρωπαϊκές χώρες οι μετανάστες ψηφίζουν, ενώ στο 18% ψηφίζουν, αλλά και εκλέγονται στις τοπικές εκλογές. Η απουσία δυνατότητας συμμετοχής στις τοπικές εκλογές, αποτελεί ένα σοβαρό δημοκρατικό έλλειμμα κυρίως για τις χώρες εκείνες στις οποίες οι μετανάστες αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι του εργατικού δυναμικού, της χειρωνακτικής εργασίας και των υπηρεσιών. Με άλλα λόγια όταν εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια ζουν και εργάζονται σε μια χώρα αλλά δεν έχουν λόγο στη διαχείριση των κοινών και σε αποφάσεις που τους αφορούν τότε υπάρχει πρόβλημα. Η δημοκρατική συμβίωση απειλείται από την εκμετάλλευση ενός εργατικού δυναμικού χωρίς πολιτικά δικαιώματα - αλλά και υποχρεώσεις - και οι κοινωνικές εντάσεις καραδοκούν ως νομοτελειακή συνέπεια.

Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο στις χώρες εκείνες όπου ούτε η ιθαγένεια χορηγείται εύκολα στους μετανάστες 1ης γενιάς. Με εξαίρεση την Τσεχία και την Πολωνία, που έχουν ανάλογα αρνητικές πολιτικές ιθαγένειας και πολιτικής συμμετοχής, αλλά δεν φιλοξενούν σημαντικούς αριθμούς μεταναστών, όλες οι υπόλοιπες χώρες σε ένα από τα δύο πεδία (ιθαγένειας ή εκλέγειν-εκλέγεσθαι σε τοπικές εκλογές) παρέχουν δικαιώματα είτε πολιτικής συμμετοχής, είτε πρόσβασης στην ιθαγένεια. Μόνον η Ελλάδα και η Κύπρος είναι απόλυτα αρνητικές, αδικαιολόγητα ως προς το βαθμό παραγωγικής συμμετοχής του μεταναστευτικού δυναμικού στην οικονομία και κοινωνία τους.

Όταν παραχωρηθεί το δικαίωμα ψήφου στους μετανάστες μακροχρόνιας διαμονής στην Ελλάδα η Ελλάδα απλά θα ενταχθεί στην πλειοψηφία των δημοκρατικών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι μετανάστες ψηφίζουν και εκλέγονται στις δημοτικές εκλογές.

Πολιτική συμμετοχή και διαβούλευση: Το πρόβλημα της Ελλάδας που ανέδειξε η έρευνα για την Ένταξη των Μεταναστών (Migration Policy Index) είναι ότι οι πολιτικές της για τη μετανάστευση δεν περιέχουν την παραμικρή διέξοδο για δημοκρατική συμμετοχή και για δικαιώματα στους μετανάστες παρά την πολυετή παραγωγική τους συμβολή στην κοινωνία και οικονομία.

Χώρες με κλειστές πολιτικές ιθαγένειας για την 1η γενιά παρέχουν ευνοϊκότερους για τη 2η γενιά, ή δίνουν τη δυνατότητα ψήφου στις τοπικές εκλογές ή για συμμετοχή σε δημόσια διαβούλευση για θέματα που τους αφορούν (μεταναστευτική πολιτική). Αντίθετα ακόμη και στο τελευταίο αυτό τομέα η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στη μειοψηφία των χωρών που δεν «ακούν» θεσμικά τους μετανάστες, αλλά και δεν χρηματοδοτούν τις οργανώσεις τους.

Όταν οι οργανώσεις μεταναστών και των δικαιωμάτων τους κληθούν να συμμετάσχουν στην Επιτροπή Κοινωνικής Ένταξης των Μεταναστών, από την οποία έως σήμερα αποκλείονται σκανδαλωδώς, χρηματοδοτώντας τις κυριότερες εξ αυτών, τότε η Ελλάδα απλά θα πράξει το αυτονόητο, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των χωρών της ΕΕ στοχεύοντας στη δημόσια νομιμοποίηση των πολιτικών και στην κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη.

Νέες ρεαλιστικές και γενναίες πολιτικές ιθαγένειας και πολιτικής δημοκρατικής συμμετοχής των μεταναστών, τόσο με το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, όσο και με την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή στη δημόσια ζωή και διαβούλευση για τα κοινά αγαθά και τους νόμους, δεν είναι παρά μια επιτακτικά αναγκαία ρήξη με φοβικές και ανιστόρητες μεταναστευτικές πολιτικές. Γιατί σε μια ραγδαία εξελισσόμενη και γόνιμη κοινωνία και νέα γενειά αξίζει ένα κράτος που εκτιμά και στηρίζεται στους ανθρώπινους πόρους της και δεν φοβάται να ξαναφανταστεί την πολιτική της συγκρότηση.

Πηγή στατιστικών στοιχείων: Migrant Integration Policy Index, http://www.integrationindex.eu


Οι παραπάνω διαπιστώσεις μας καλούν να στηρίξουμε με εποικοδομητική κριτική το νέο νομοσχέδιο και να προωθήσουμε την πληρέστερη κοινωνική και πολιτική ένταξη των αλλοδαπών συμπολιτών μας στην ελληνική κοινωνία και δημοκρατία.


Μίλτος Παύλου, Διευθυντής Εθνικού Παρατηρητηρίου του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας ΕΝΩΣΗ-ΚΕΜΟ/i-RED
Aννα Τριανταφυλλίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια, Δημοκρίτειο Πανεπιστημίο Θράκης, Κύρια Ερευνήτρια ΕΛΙΑΜΕΠ.

Η συλλογή υπογραφών:
http://www.petitiononline.com/greekcit/petition.html

Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

E la nave va[1] - ο ρινόκερος της μετανάστευσης

Βγαλμένο από τη Φελλινιανή μυθογραφία το καράβι με τους πρόσφυγες ξεπροβάλλει και πάλι στο Αιγαίο. Οι οπερατικοί ήρωες της πολιτικής και της απολιτικής συναγωνίζονται στο κατάστρωμα σε πλειοδοσία στις κορόνες της ξενοφοβίας και της άγνοιας. Η κατραμομούτσουνη εργατική τάξη στα καζάνια του πλοίου θαυμάζει τους τενόρους, τους βαρύτονους και τις σοπράνο παλεύοντας να κρατήσει το πλοίο στην επιφάνεια. Τα φαντάσματα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και η πρώτη μεγάλη Ευρωπαϊκή προσφυγιά απέναντι στην φιλάρεσκη ματαιόδοξη όσο και ανυποψίαστη αλλά και τρομαγμένη ελίτ στο καράβι του Φελλίνι μοιάζουν με εκείνα της σύγχρονης μετανάστευσης και φυγής από τους τόπους του πολεμικού και εμφύλιου σπαραγμού στο όνομα των θρησκειών, της «μάχης των πολιτισμών» και του χρήματος.
Ίσως η πιο δραματική όσο και απογοητευτική πτυχή της τρέχουσας υστερικής αντίδρασης στα προβλήματα που φορτώθηκαν και αποδόθηκαν εσχάτως με το ζόρι σε όλους ανεξαιρέτως τους μετανάστες και πρόσφυγες, να είναι η ηγεμονία του ακροδεξιάς έμπνευσης ολοκληρωτικού και τελικά ρατσιστικού λόγου. Δηλαδή, η διάδοση ακόμη και σε μείζονα, εθνικής εμβέλειας, μέσα ενημέρωσης, εκείνου του λόγου που γραπώνεται από απλουστεύσεις και γενικεύσεις για να κατασκευάσει αποδιοπομπαίους τράγους, και να μας απομακρύνει ακόμη περισσότερο από τη λύση των κοινωνικών ζητημάτων.

Ο λόγος του μίσους

Σε μια χώρα που o λόγος του μίσους (‘hate speech’) ζει και βασιλεύει ατιμώρητος (βλ. την αθώωση Πλεύρη) αν όχι πλήρως νομιμοποιημένος, η εξέλιξη αυτή μάλλον αποτελεί προαναγγελθείσα και αναμενόμενη τροπή μιας ατελέσφορης δυναμικής της ένταξης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία. Όσο και αν έγινε γενικώς αποδεκτή η παρουσία τους, κυρίως μέσα από την ωφελιμιστική θεώρηση της συμβολής τους στην «εθνική οικονομία», έστω και αν σε αυτήν συμπεριληφθεί η παρασιτική παραοικονομία. Όσο και αν η καθημερινή συμβίωση, αλλά και οι έντονες προσπάθειες αφομοίωσης μέρους του μεταναστευτικού πληθυσμού, καθώς η αστικοποίησή τους, οδήγησε σε μια ειρηνική συνύπαρξη παρά τις ανισότητες, την εκμετάλλευση και ενίοτε την δυσμενή και δυσανεκτική μεταχείριση από το κράτος και τους εκπροσώπους του.
Μέσα στα χρόνια που διανύθηκαν σε αυτόν τον αιώνα ο τίτλος του μετανάστη αποδόθηκε και στους εισερχόμενους μετανάστες και όχι πια μόνον στους έλληνες του εξωτερικού. Έως το 2005, το 2006 και για μεγάλο μέρος του 2007 ο όρος «λαθρομετανάστης» είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου δώσει τη θέση του στο ‘μετανάστης’. Ωστόσο, αυτή η θετική μεταστροφή έμεινε κενή ρητορεία στο βαθμό που δεν μεταφράστηκε σε δικαιώματα, σε ουσιαστική βελτίωση της νομοθεσίας και σε πολιτική συμμετοχή των μεταναστών, έστω χωρίς ψήφο, για τα ζητήματα που τους αφορούν. Είτε αυτά είναι η μεταναστευτική πολιτική, είτε η τοποθέτηση των κάδων απορριμμάτων στο δήμου όπου διαμένουν.

Ηττήθηκαν πολιτικά

Όσα θετικά κείμενα, όσες ιστορίες επιτυχίας και πορτρέτα μεταναστών και παιδιών της δεύτερης γενιάς και αν δημοσιεύτηκαν, δεν οδήγησαν στην τροποποίηση του Κώδικα Ιθαγένειας. Ο θετικός μετασχηματισμός της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη, πέρα από το γένος, μάλλον σήμερα φαντάζει μακριά από τη συζήτηση, ενώ το δημοκρατικό έλλειμμα ενός εργατικού δυναμικού και μιας δυναμικής νέας γενιάς που όμως δεν έχουν ισότιμα δικαιώματα συμμετοχής, στοιχειώνει τα όνειρα των μεταναστών, αλλά και των γηγενών-ναυαγών μιας συνταγματικής οντότητας και κοινωνικής συλλογικότητας των αξιών και των δικαιωμάτων.
Με άλλα λόγια, οι μετανάστες και όσοι τους στηρίζουν ηττήθηκαν πολιτικά. Δεν κατόρθωσαν να διεκδικήσουν αποτελεσματικά δικαιώματα, πλην όμως κατέκτησαν έστω και φευγαλέα τη συμπάθεια μιας ετεροφιλικής ελίτ που πρόθυμα τους ενσωμάτωσε στην (α)πολιτική της φλυαρία. Το 2007 είναι ο ορίζοντας της αρνητικής μεταβολής και παλινδρόμησης στην ξενοφοβία και το ρατσισμό. Τότε λήγουν και οι τελευταίες παρατάσεις του προγράμματος νομιμοποίησης διαγράφοντας έτσι το τέλος μιας άτυπα διαρκούς νομιμοποίησης (2001-2007), κάτι που φυσικά αποτελεί και τη μοναδική απάντηση στην ελληνική μαύρη αγορά εργασίας όπου λάμπει το κράτος δια της απουσίας του, και όπου οι εργαζόμενοι επωμίζονται το βάρος της δήλωσής τους και καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.

Η χρησιμοποίηση του Ισλάμ

Όμως το φθινόπωρο του 2007 και η εκλογή ενός ακροδεξιού κόμματος και στην Ελληνική Βουλή, σηματοδοτεί και την από τότε γεωμετρική αύξηση και ποιοτική μεταβολή της ρατσιστικής βίας σε βάρος μεταναστών και προσφύγων από οργανωμένες ακροδεξιές ομάδες. Το αναμάσημα των μισαλλόδοξων και των εγκληματοφοβικών στερεοτύπων γητεύουν τις παραπαίουσες πολιτικές ελίτ που σέρνονται στην συνομολόγηση του «προβλήματος της μετανάστευσης» στον τεχνητό δημοσκοπικό πανικό των media. Δεν στοχοποιούνται πλέον οι Αλβανοί, αλλά οι μουσουλμάνοι μετανάστες από τη μέση Ανατολή (Πακιστάν, Αφγανιστάν, Ιράκ). Εσχάτως το Ισλάμ χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία για να αποδώσει στους μετανάστες με το ζόρι μια επικίνδυνη και «ασύμβατη» εθνοπολιτισμική ταυτότητα, ανοίγοντας το δρόμο σε αλυσιτελείς και απαράδεκτες σπασμωδικές πολιτικές σκούπας και απέλασης.
Το ιδεολογικό σχήμα που θα αποτελέσει τη βάση για τις πρόσφατες πρωτοφανείς νομοθετικές πρωτοβουλίες για την σύλληψη κράτηση και απέλαση των μεταναστών, αλλά και για την ουσιαστική κατάργηση του ασύλου, ολοκληρώνεται με την προσωρινά βολική, όσο και κοντόφθαλμη και επικίνδυνη, ενοχοποίηση της Τουρκίας για όσα «κακά συμβαίνουν» στην Ελλάδα. Η εθνική υστερία (που ήρθε στην επιφάνεια με τα πλαστά δημοσιεύματα για την επίσκεψη Ερντογάν) είναι αυτό που μας έλειπε στην αντιμετώπιση της μετανάστευσης.

Αποκλεισμός

Σε αυτή την σκοτεινή συγκυρία και στο έρεβος της άγνοιας και της τροφοδότησης ενός αδικαιολόγητου φόβου και μιας στάσης παραίτησης από τον πολιτισμό των δικαιωμάτων, είναι σημαντικός ο ρόλος που αναλογεί στους παραγωγούς και στους φορείς δημόσιου λόγου, οργανισμούς και πρόσωπα. Είναι επιτακτική η αναγνώριση της σοβαρότητας της έξαρσης του ρατσιστικού λόγου, των απλουστευτικών, αφοριστικών γενικεύσεων και της υποδαύλισης του φόβου και της βίας, καθώς και η έμπρακτη άρνηση και καταρράκωση του. Στη ρίζα αυτής της ιδιαίτερα επικίνδυνης κατάστασης βρίσκεται η αδιαφορία για τα πραγματικά δεδομένα-στοιχεία και η παραπληροφόρηση, καθώς και ο σχεδόν ολοκληρωτικός αποκλεισμός από τη δημόσια σφαίρα, των φωνών της ακαδημαϊκής έρευνας, των φορέων για τα δικαιώματα, αλλά και των ίδιων των μεταναστών, προσφύγων και εθνικών κοινοτήτων.
Μπροστά σε μια περίοδο που προαναγγέλεται με ακόμη περισσότερες και σοβαρότερες παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου και με απομάκρυνση από τις αξίες της ισότητας και της ελευθερίας, το βάρος και η ευθύνη όλων είναι μεγάλη. Ελάχιστος στόχος είναι η ανατροπή της σημερινής κατάστασης και η διαμόρφωση πολιτικών που θα απορρέουν από το σεβασμό και των προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ίσως, τέλος, η σημερινή συγκυρία της μετανάστευσης στην Ευρώπη, να είναι μια από τις πιο επιτακτικές προκλήσεις αλλά και σημαντικές ευκαιρίες και για την ευρωπαϊκή αριστερά και τα δημοκρατικά κινήματα.
Τότε η μετανάστευση, ως άλλος φελλινιανός ρινόκερος, μπορεί να διασώσει τους ναυαγούς της εύθραυστης δημοκρατικής μας συμβίωσης.
___
*Ο Μίλτος Παύλου είναι διευθυντής του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ρατσισμού

[1] Ε la nave va (το πλοίο φεύγει) - Federico Fellini (1983).

Αναδημοσίευση από την Εποχή  5/7/2009
http://www.epohi.gr/portal/component/content/article/15/3198

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

KOINH ΔΗΛΩΣΗ ΕΕΔΑ - AEDH - Η κρίση του συστήματος ασύλου και η έξαρση της ρατσιστικής βίας στην Ελλάδα

Ανοιχτή επιστολή στον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, κ. Κ. Καραμανλή και στον
Υπουργό Εσωτερικών, κ. Π. Παυλόπουλο
Κοινό Δελτίο Τύπου ΕΕΔΑ– AEDH
Βρυξέλλες-Αθήνα, 3 Ιουνίου 2009

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και η Ευρωπαϊκή Ένωση για τα Δικαιώματα του
Ανθρώπου εκφράζουν την βαθιά τους ανησυχία για την επείγουσα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί
σε σχέση με το σύστημα παροχής ασύλου και την έξαρση της ξενοφοβίας και της ρατσιστικής βίας
στην Ελλάδα. Η ΕΕΔΑ και η AEDH προτείνουν πολιτικές και άμεση δράση, ώστε να αποφευχθεί η
επιδείνωση φαινομένων παραβίασης δικαιωμάτων του ανθρώπου με ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες
για τα θύματα και την κοινωνία.
Η ΕΕΔΑ και η AEDH ανησυχούν για το σχέδιο ελληνικού προεδρικού διατάγματος το οποίο
επιδεινώνει περαιτέρω την κρίση του συστήματος ασύλου στην Ελλάδα. Οι προτεινόμενες
τροποποιήσεις στο Προεδρικό Διάταγμα 90/2008, που ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη τις
διατάξεις της Οδηγίας της Ε.Ε. για τις Διαδικασίες Ασύλου περιλαμβάνουν:
- Την κατάργηση της επιτροπής προσφυγών για την ουσιαστική εξέταση των αιτήσεων ασύλου σε
δεύτερο βαθμό. Αυτό αφήνει τους αιτούντες άσυλο χωρίς το δικαίωμα προσφυγής για την
ουσιαστική εξέταση της αίτησής τους σε δεύτερο βαθμό. Σε περίπτωση απόρριψης, που αποτελεί
άλλωστε την έκβαση της συντριπτικής πλειοψηφίας των αιτήσεων ασύλου στην Ελλάδα (98,62% το
2008), οι αιτούντες άσυλο θα μπορούν να ζητήσουν την επανεξέταση από το Συμβούλιο της
Επικρατείας το οποίο όμως εξετάζει μόνο τη νομιμότητα της διαδικασίας, αλλά δεν ασκεί πλήρη
έλεγχο όλων των νομικών και πραγματικών πτυχών των υποθέσεων.
- Η αποφαστική αρμοδιότητα για τις αιτήσεις ασύλου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των
περιφερειακών και τοπικών αστυνομικών διευθύνσεων σε όλη την Ελλάδα, χωρίς κανένα
αποτελεσματικό ρόλο των μη αστυνομικών οργάνων και των ΜΚΟ. Η υπάρχουσα επιτροπή
προσφυγών που διατηρείται για τις εκκρεμούσες προσφυγές υποβιβάζεται σε ένα συμβουλευτικό
όργανο χωρίς αποφασιστική αρμοδιότητα.
Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές αρχές απείχαν από την άμεση και αποτελεσματική προστασία των
δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο, μεταξύ των οποίων γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι. Το
ποσοστό παροχής ασύλου είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη (1,38% το 2008 για χορήγηση
ασύλου και καθεστώτος ανθρωπιστικής προστασίας) και το ελληνικό κράτος δεν παρέχει
αποτελεσματική προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων κατά της κράτησης και της απέλασής τους
παρά τις επείγουσες συστάσεις από εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς.1
Την ίδια στιγμή, μεγάλος αριθμός αιτούντων άσυλο προσπαθεί κάθε Σαββατοκύριακο να υποβάλει
αίτηση ασύλου στην αστυνομική διεύθυνση Αττικής στην Πέτρου Ράλλη. Κατά τη διάρκεια της εν
λόγω διαδικασίας και μετά από συγκρούσεις με την αστυνομία, τους τελευταίους 6 μήνες 3 αιτούντες
άσυλο έχουν χάσει τη ζωή τους, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.
Περιοχές του ιστορικού κέντρου της Αθήνας κατοικούνται, νοικιάζονται ή καταλαμβάνονται, από
μετανάστες χωρίς χαρτιά και αιτούντες άσυλο υπό επισφαλείς ή απάνθρωπες συνθήκες, ενώ η
ξενοφοβική δημόσια συζήτηση σχετικά με τα «γκέτο» και την εγκληματικότητα των μεταναστών έχει
αυξηθεί2.
Μέρα με τη μέρα περιστατικά ισλαμοφοβίας και ρατσιστικής βίας από οργανωμένες ακροδεξιές
ομάδες εναντίον των μεταναστών και αιτούντων άσυλο λαμβάνουν χώρα στο κέντρο και στα
προάστια της Αθήνας, χωρίς καμία ουσιαστική παρέμβαση της Αστυνομίας για την προστασία των
θυμάτων, ενώ οι επίσημες στατιστικές δεν έχουν ποτέ καταγράψει κάποιο ρατσιστικό έγκλημα στην
Ελλάδα.
Φυλακές-πλοία και στρατιωτικά κέντρα κράτησης σε προάστια της Αθήνας, συζητούνται ή
ανακοινώνονται ως πολιτική για να εκκενώσουν το κέντρο της πόλης από τους αιτούντες άσυλο και
τους μετανάστες χωρίς χαρτιά.
Η ΕΕΔΑ και η AEDH HLHR και AEDH παροτρύνουν τις ελληνικές αρχές:
- Να απέχουν από κάθε ενέργεια ή νομοθετική πρωτοβουλία που θα οδηγήσει σε περαιτέρω
παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών χωρίς χαρτιά, ως εκ τούτου να
διατηρηθεί η σε δεύτερο βαθμό ουσιαστική εξέταση των αιτήσεων ασύλου, να απέχουν από
τη μαζική απόρριψη αιτημάτων ασύλου και να εγγυηθούν την αποτελεσματική και διαφανή
εξέταση σε πρώτο βαθμό των αιτήσεων για χορήγηση ασύλου σε εκείνους που δικαιούνται
διεθνούς και ανθρωπιστικής προστασίας.
- Να διαμορφωθούν πολιτικές, που θα καθοδηγούνται από μια προσέγγιση βασισμένη και
προσανατολισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα, η οποία θα διασφαλίζει θετικά
αποτελέσματα τόσο για τους μετανάστες χωρίς χαρτιά όσο και για την ελληνική κοινωνία.
- Να συμπεριλάβουν πλήρως και το συντομότερο δυνατό οργανώσεις πολιτών, αρμόδιες ΜΚΟ
και ακαδημαϊκά κέντρα, αλλά το κυριότερο ενώσεις και οργανώσεις μεταναστών, στο
σχεδιασμό και την υλοποίηση μεταναστευτικών πολιτικών.
- Να προβούν στην πλήρη ένταξη και τη χορήγηση δικαιωμάτων στους μετανάστες, που ζουν
για πολλά χρόνια στην Ελλάδα, προκειμένου να επιτευχθεί η πολιτική συμμετοχή, μέσω της
δημόσιας εκπροσώπησης, καθώς και η αντιστάθμιση της ξενοφοβίας στις τοπικές κοινότητες
και σε εθνικό επίπεδο.
- Να παρέχουν αποτελεσματική προστασία στις ευάλωτες ομάδες, όπως στις γυναίκες, στα
παιδιά και στους ηλικιωμένους, με προστασία από την απέλαση, όπου χρειάζεται, και με την
παροχή στους ασυνόδευτα ανηλίκους, αποτελεσματικής εκπροσώπησης, επιτροπείας,
κοινωνικής μέριμνας και προστασίας ειδικά σχεδιασμένης για τις ανάγκες τους.
- Να προβούν σε μεταρρυθμίσεις και να εφαρμόσουν ένα αποτελεσματικό σύστημα παροχής
ασύλου, υιθοετώντας συστάσεις και προτάσεις από αρμόδιους διεθνείς, διακυβερνητικούς
και εθνικούς φορείς και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.
- Να προβούν, ως συνοριακό κράτος μέλος της ΕΕ στα αναγκαία μέτρα για την ενεργοποίηση
της ευρωπαϊκής οδηγίας 55/2001 σχετικά με την μαζική εισροή εκτοπισθέντων, για την
προάσπιση εκείνων των εθνοτικών και ευάλωτων ομάδων που χρήζουν ανθρωπιστικής
προστασίας έχοντας ξερριζωθεί από τις χώρες τους, όπου επικρατούν συνθήκες πολέμου ή
αναταραχών. Το μέτρο αυτό θα μπορούσε να καλύψει τα πρόσωπα που σύμφωνα με την
ελληνική πολιτεία δεν δικαιούνται το καθεστώς του ασύλου, αλλά έχουν ανάγκη από
προσωρινή προστασία
- Να παρέχουν μια λογική οδό και δυνατότητα ρύθμισης-νομιμοποίησης της κατάστασης των
μεταναστών που ήδη απασχολούνται στην ευρέως διαδεδομένη ελληνική παραοικονομία.


1. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των ελληνικών αρχών στην έκθεση του Thomas Hammarberg, Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Στρασβούργο, CommDH (2009) 6 (4/2/2009) ‘the Aliens Law has not included an individual provision for the exclusion from arrest and detention for deportation of unaccompanied minors who violate the migration legislation. Besides, the prospect of an opposite provision would increase the problem of the “children of traffic lights” and child labour in general.’ (Appendix, σ.23). Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει προτείνει την κατάργηση της κράτησης και της απέλασης των ασυνόδευτων ανηλίκων από τον Οκτώβριο του 2005.www.synigoros.gr

2. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Παρατηρητηρίου του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας (ΕΝΩΣΗ-ΚΕΜΟ) η αύξηση των περιστατικών ρατσιστικής βίας και ισλαμοφοβίας έχουν αρχίσει να παίρνουν ανησυχητικές διαστάσεις, από τότε που ένα ακροδεξιό πολιτικό κόμμα εξελέγη στο ελληνικό Κοινοβούλιο, το φθινόπωρο του 2007. Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου υλοποιεί το Εθνικό Εστιακό Κέντρο για το Ρατσισμό και την Ξενοφοβία στην Ελλάδα.
www.hlhr.gr

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2008

Ρατσιστικός λόγος και αντιρατσιστική νομοθεσία

Με αφορμή τη δίκη του κ. Πλεύρη και την πρώτη ουσιαστική εφαρμογή της αντιρατσιστικής νομοθεσίας στην Ελλάδα, έγινε συζήτηση για τη σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητά της, με απόψεις που κυμάνθηκαν ανάμεσα στα δύο άκρα του απόλυτου σεβασμού της ελευθερίας της έκφρασης και της ποινικοποίησης της έκφρασης ως πανάκεια.


Οι νομοθεσίες κατά του ρατσιστικού λόγου δεν ελέγχουν το περιεχόμενο του λόγου, αλλά τις ενδεχόμενες συνέπειές του, όπως η ρατσιστική βία, η συκοφαντία-δυσφήμηση μιας εθνοπολιτισμικά ή φυλετικά προσδιορισμένης κοινωνικής ομάδας και εν γένει το ενδεχόμενο ο λόγος να συνιστά προτροπή σε τέλεση αδικημάτων ή σε διακρίσεις σε βάρος της. Η νομοθεσία εγγυάται την ελευθερία της γνώμης, αλλά την περιορίζει όταν ο λόγος απειλεί την κοινωνική ειρήνη, προτρέπει ή δικαιολογεί τη βία ή σοβαρά αδικήματα, όπως εθνοκάθαρση, γενοκτονία, μαζικές διακρίσεις σε βάρος μελών συγκεκριμένων εθνοπολιτισμικών ομάδων. Το κομβικό σημείο στον περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης είναι η σύνδεση του δημόσιου λόγου με την κοινωνική δράση και άρα με τις ενδεχόμενες συνέπειές του. Σε ποιο βαθμό η «πλάκα» ή μια βλακώδης ή υβριστική διατύπωση κρίνεται ότι μπορεί να οδηγήσει σε θυματοποίηση μιας συγκεκριμένης ομάδας;

Η πολιτεία που τιμωρεί τον ρατσιστικό λόγο δεν περιμένει να υπάρξουν θύματα και να στοιχειοθετηθεί άμεση σύνδεση μιας συγκεκριμένης έκφρασης λόγου με ένα συγκεκριμένο αδίκημα, αλλά κρίνει το ενδεχόμενο να συμβάλλει ο λόγος σε ανάλογες κοινωνικές στάσεις ή αδικήματα που απειλούν την κοινωνική ειρήνη και θυματοποιούν συγκεκριμένες φυλετικά ή εθνοπολιτισμικά προσδιορισμένες ομάδες.

Η βάση για ανάλογη κρίση (από τον πολιτικό ή ποινικό δικαστή, από μια ανεξάρτητη αρχή κατά των διακρίσεων) μπορεί να είναι η ιστορική μνήμη και εμπειρία ανάλογων κοινωνικών φαινομένων και γεγονότων που, άλλωστε, αποτελούν και τη μήτρα της αντιρατσιστικής νομοθεσίας. Η αναδρομή σε ανάλογες εμπειρίες πρέπει να εξειδικεύεται και να αναφέρεται στις παρούσες συνθήκες, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί και μέσα από μια αντιδικία και τη δημόσια συζήτηση που προκαλεί.

Αν ήμασταν στο 2107 και δεν υπήρχαν καθόλου ρατσιστικές επιθέσεις και καθόλου ακροδεξιές ομάδες και κανένα στερεότυπο, πλάκα ή δυσανεξία σε βάρος των Εβραίων στην κοινωνία μας, τότε ακόμη και η προφανής δικαιολόγηση των διακρίσεων και της βίας εναντίον τους από τον κ. Πλεύρη -η οποία αποτελεί ακριβές αντίγραφο ανάλογων περιστατικών δημόσιου λόγου που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα μόλις πριν από 6 δεκαετίες- ίσως να μην τιμωρείτο από ένα δικαστήριο.

Αντιθέτως, υπό τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες, με τον περιρρέοντα και κοινωνικά ανεκτό ή αποδεκτό αντισημιτισμό και τις σχεδόν καθημερινές επιθέσεις ακροδεξιών ομάδων σε βάρος μεταναστών και μειονοτήτων, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο για ένα δικαστήριο να μην τιμωρήσει τον κ. Πλεύρη για τις προτροπές σε ρατσιστικές διακρίσεις και βία, που αντιστοιχούν στην ακριβή περιγραφή των ποινικά κολάσιμων πράξεων από τον ν. 927/1979.

Ομως, ο απώτερος στόχος της εφαρμογής της αντιρατσιστικής νομοθεσίας δεν είναι να τιμωρηθούν τα πρόσωπα, αλλά να προστατευθούν και να ενδυναμωθούν τα θύματα, όπως και να αντιπαραβληθεί στη δημόσια σφαίρα απέναντι στον ρατσιστικό λόγο ένας πολιτειακός λόγος που διαπαιδαγωγεί τα μέλη του κοινωνικού συνόλου ενθαρρύνοντας μια εθνοπολιτισμικά διαφοροποιημένη και ειρηνική συμβίωση. Ετσι, μια δίκη ρατσιστικού λόγου, όπως η πρόσφατη δίκη Πλεύρη, μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τα πολιτικά αντανακλαστικά των θεσμών και των λειτουργών τους, και συνακόλουθα τις πολιτικές εκκρεμότητες και τα οπισθοδρομικά κατάλοιπα μιας ατελούς δημοκρατικής μετάβασης όπως η ελληνική μεταπολίτευση. Με άλλα λόγια, η εφαρμογή της αντιρατσιστικής νομοθεσίας χρησιμεύει όχι μόνο για την προστασία των θυμάτων, αλλά και για τον δημόσιο αναστοχασμό του κράτους, της κοινωνίας και των θεσμών.

Οι συγκρούσεις που ενθαρρύνει ή δικαιολογεί ο ρατσιστικός λόγος είναι ταξικές, ωστόσο συχνά η φύση και το περιεχόμενό τους καλύπτεται-θολώνεται από εθνοπολιτισμικά στερεότυπα και η έκβασή τους δικαιολογείται, ερμηνεύεται ή νομιμοποιείται κοινωνικά μέσα από αυτά τα στερεότυπα και με τις δημοψηφισματικές λογικές στις οποίες αντιστοιχούν (προνόμιο της πλειοψηφίας - απειλή της ομοιογένειας κ.λπ.). Στόχος της εφαρμογής της αντιρατσιστικής νομοθεσίας (π.χ. της στρατηγικής αντιδικίας) είναι και η αφαίρεση-κατάρριψη των στερεοτύπων και του ρατσιστικού λόγου.

Ετσι, μια ενδεχόμενη κύρωση του ΛΑΟΣ, όταν λέει ή υπαινίσσεται ότι μπορεί οι μετανάστες να έβαλαν τις φωτιές στην Πελοπόννησο, ταυτόχρονα με την αναγνώριση του δικαιώματος διεκδίκησης δεδουλευμένων από παράνομα διαμένοντες Αλβανούς εργάτες γης από τον Αρειο Πάγο, συμβάλλουν εξίσου στην ανάδειξη της ταξικής φύσης της σύγκρουσης που υποδαυλίζει ο ρατσιστικός λόγος και αποβαίνουν υπέρ των θυμάτων που είναι την ίδια στιγμή (σε έναν αλληλοτροφοδοτούμενο κύκλο) θύματα ρατσισμού και εκμετάλλευσης.

Ενας αντίλογος είναι ότι εκείνο που θυσιάζουμε (η απόλυτη ελευθερία του λόγου) είναι σημαντικότερο και μεγαλύτερο από εκείνο που μπορεί να κερδίζουμε (η προστασία μελών φυλετικών και εθνοπολιτισμικών ομάδων από διακρίσεις και βία). Επίσης, κάποιοι υποστηρίζουν ότι με το πρόσχημα του hate speech και της προτροπής σε συμβολική ή υλική βία ποινικοποιείται κάθε έκφραση κοινωνικής κριτικής και αντίθεσης, πχ. ταξικής («κρεμάλα στους πλούσιους»), όπως συμβαίνει ήδη στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να ευνουχίζεται ο πολιτικός λόγος και η δυναμική της κοινωνικής μεταβολής και να οδηγούμαστε σε αποστειρωμένες κοινωνίες ενός ακίνδυνου politically correct.

Μια απάντηση σε αυτά τα επιχειρήματα είναι ότι το όριο ώς το οποίο μπορεί να πηγαίνει κυρωτικά η αντιρατσιστική νομοθεσία στον περιορισμό της έκφρασης είναι η δικαιολόγηση ή προτροπή βίας -όπως άλλωστε υποδεικνύει και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων- και με βάση κάποια φυσικά ή αντιληπτά και αμετάβλητα κοινά χαρακτηριστικά των προσώπων εξειδικευόμενα κατά περίπτωση μέσα από την κοινωνική συγκυρία και την ιστορική μνήμη.

Εν τέλει, με επίγνωση της ιστορικής σχετικότητας και ανάγκης της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, ένα πραγματιστικό και πολιτικό κριτήριο για να αξιολογήσουμε την εφαρμογή της μπορεί να είναι το ακόλουθο:

Η κύρωση (ποινική ή άλλη) ή η μη κύρωση μιας συγκεκριμένης έκφρασης ρατσιστικού λόγου είναι λιγότερο ή περισσότερο επωφελής ή επιζήμια για τη βραχυπρόθεσμη και μεσο-μακροπρόθεσμη πραγματική κατάσταση, πολιτική και κοινωνική συμμετοχή και διαβίωση των μελών της εθνοπολιτισμικής/φυλετικής ομάδας που θυματοποιείται;

Οχι όμως από την οπτική γωνία του τρίτου μέρους, ως φαινομενικά ουδέτερου παρατηρητή της σύγκρουσης, αλλά από εκείνη των πραγματικών και των δυνάμει θυμάτων.

*Διευθυντής του Εθνικού Παρατηρητηρίου για το Ρατσισμό και την Ξενοφοβία. HLHR-KEMO www.hlhr.gr

Πηγή:
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/01/2008
http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=604912

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2005

Εργασία, παιδεία και δικαιώματα

Είναι λάθος να νομίζουμε ότι οι πολιτικές της μετανάστευσης αφορούν μόνο την τελευταία. Σήμερα, αυτό το μείζον κοινωνικό φαινόμενο ακουμπά άμεσα ή έμμεσα όλους τους κατοίκους της χώρας, ενώ διατρέχει όλες τις πτυχές και προκλήσεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας από το δημόσιο έως το ιδιωτικό και από την οικονομία και τη δημογραφία έως τον πολιτισμό και την πολιτική, παρέχοντας την ίδια στιγμή τα κλειδιά και τις λύσεις.

Α. Δεδομένα

Στις αρχές του 21ου αιώνα η επιφυλακτική ή ξενοφοβική στάση απέναντι στους μετανάστες, στη δημόσια συζήτηση έχει μεταβληθεί προς το θετικότερο με κύριο όχημα το (ωφελιμιστικό) επιχείρημα της συμβολής τους στην οικονομία της χώρας.

Χαρακτηριστικά, το μαζικότερο κόμμα της ελληνικής πολιτικής ιστορίας (ΠΑΣΟΚ) έχει καταστήσει πρώτη προτεραιότητα την πλήρη ένταξη των μεταναστών, ξεκινώντας πρώτα από τα ίδια τα όργανά του, ενώ ο υπουργός Εσωτερικών ορθά επισημαίνει ότι η μετανάστευση δεν είναι πρόβλημα, αλλά κοινωνικό φαινόμενο (1).

Ωστόσο, η μεταστροφή της ρητορείας δεν έχει μεταβάλλει σημαντικά τους όρους εκμετάλλευσης και de facto ρατσιστικών πρακτικών που υφίστανται οι μετανάστες, από τον εργοδότη και το κράτος έως τους καθημερινούς διαχειριστές της μετανάστευσης (ο κάθε δημόσιος υπάλληλος). Η μεταναστευτική πολιτική παραμένει αντιενταξιακή (αν και ευαγγελίζεται την ένταξη) σε παραφωνία προς την κοινωνική πραγματικότητα (2).

Β. Στόχοι και μέσα

Μια εθνική πολιτική για την Ελλάδα της μετανάστευσης οφείλει να παρέμβει στους τομείς:

1. Εργασία

Προστασία της εργασίας. Μια (ακόμα) νομιμοποίηση με αμνήστευση των εργοδοτών (μόνο οι εργαζόμενοι καταβάλλουν ένσημα) είναι αποτυχημένη, ακόμα και όταν πετύχει τον εισπρακτικό της στόχο, και αναποτελεσματική όταν οι εργαζόμενοι δεν προστατεύονται και το εργατικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται χάριν της μεταναστευτικής νομοθεσίας.

Τότε, οι παράνομα απασχολούμενοι και υποκείμενοι εκμετάλλευσης εφόσον συλληφθούν, απελαύνονται αντί να τους αναγνωριστούν τα στερηθέντα εργασιακά και ασφαλιστικά τους δικαιώματα.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ενωση, η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στην απασχόληση αποτελεί τον πυρήνα της κοινωνικής ένταξης. Οι αδόκιμοι περιορισμοί που εισάγει ο ν. 3386/2005 (απαγόρευση αλλαγής ειδικότητας, εργοδότη, περιφέρειας κ.ά.) αντιβαίνουν αυτή τη βασική αρχή ευνοώντας την παραοικονομία. Είναι κρίσιμο για τον κόσμο της εργασίας συνολικά και όχι μόνο για τους μετανάστες το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας να ενισχυθεί και να θωρακισθεί ώστε να επιτελέσει τη σημαντική του αποστολή (και ως σώμα διασφάλισης της αρχής ίσης μεταχείρισης - ν. 3304/2005).

2. Εκπαίδευση

Η ανεπάρκεια της εκπαίδευσης που οδηγεί σε σχολική εγκατάλειψη (όχι πάντα σε συνδυασμό με σχολική αποτυχία), πριν ακόμη από εκπαιδευτικό, είναι πρόβλημα δημοκρατίας (όπως και για άλλες κοινωνικές ομάδες, π.χ. Ρομά, εξαρτημένοι κ.λπ.) (3).

Η πραγματικά διαπολιτισμική και σύγχρονη εκπαίδευση (όχι ως ειδικό πεδίο αλλά διατρέχοντας κάθε πτυχή του εκπαιδευτικού συστήματος) σε αντικατάσταση του σημερινού εθνοκεντρικού και παρωχημένου ελληνικού σχολείου, είναι μονόδρομος για το πολυτιμότερο κοινωνικό κεφάλαιο που είναι οι νέοι άνθρωποι και αυριανοί πολίτες.

3. Κοινωνικό κράτος

Η συμμετοχή των νόμιμα διαμενόντων μεταναστών στην κοινωνική προστασία σήμερα περιορίζεται στο νδ. 57/1973, ενώ οι περιορισμοί στις παροχές υγείας για τους μετανάστες χωρίς άδεια, αγνοούνται συστηματικά από τους λειτουργούς του συστήματος υγείας που ορθά προτάσσουν τα δικαιώματα του ασθενή και τον όρκο του Ιπποκράτη στη μεταναστευτική νομοθεσία.

Η πλήρης συμμετοχή των μεταναστών είναι μέρος μόνο του αιτήματος για ένα πραγματικό κοινωνικό κράτος, με ουσιαστικές παροχές κοινωνικής πρόνοιας και προστασίας (μήπως αντί για F16;) το οποίο, όπως επισημαίνει με έμφαση το σύνταγμα του 2001, αποτελεί θεμέλιο της κοινωνικής συμμετοχής και της δημοκρατικής πολιτείας.

4. Πολιτικά δικαιώματα

Το μεγαλύτερο στοίχημα μιας κοινωνίας είναι πάντα η νέα γενιά. Η 2η και 3η γενιά μεταναστών, αντί για το φόβο της απέλασης και της υποβάθμισης σε πολίτες τρίτης κατηγορίας, δικαιούνται να απολαμβάνουν τα δικαιώματα του πολίτη. Αποτελούν άλλωστε έναν νέο θησαυρό (μετά τη φτηνή εργασία των γονέων τους) στα χέρια της ελληνικής κοινωνίας.

Πριν ακόμη από το θεμιτό και άμεσα απαιτητό δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές, επείγει η πλήρης κοινωνική και πολιτική συμμετοχή:

- Στη διαμόρφωση της μεταναστευτικής πολιτικής και νομοθεσίας (4).

- Στην τοπική κοινωνία και αυτοδιοίκηση.

- Στη δημόσια σφαίρα με ενδυνάμωση και υποστήριξη της αυτο-οργάνωσης των μεταναστών (5).

Επίσης, είναι ώριμη η προοπτική χορήγησης ιθαγένειας με βάση τη γέννηση στη χώρα (jus soli), έπειτα από το πολύ 5 έτη διαμονής, με κόστος έκδοσης της αστυνομικής ταυτότητας (και όχι 1.500 ευρώ) και με υποχρέωση απάντησης του αιτήματος από τη διοίκηση. Αντί επιλόγου και αντιγράφοντας από το πρώτο μήνυμα του νεοεκλεγέντος τότε (24.03.2005) Προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Παπούλια:

«(...) Σήμερα, η δημοκρατία δεν κινδυνεύει. Ο αγώνας, όμως, για την ποιότητα της δημοκρατίας είναι διαρκής και δύσκολος. (...) Η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των προσωπικών ελευθεριών, χωρίς διακρίσεις, και η ομαλή ένταξη των μεταναστών, είναι σοβαρές προκλήσεις για τη σύγχρονη Ελλάδα».

(1) Βλ. Μαρβάκης-Παρσάνογλου-Παύλου, «Μετανάστες: προβλήματα, κοινωνικά φαινόμενα, υποκείμενα», Εισαγωγή στο συλλογικό Μετανάστες στην Ελλάδα, ΕΠΠ Νίκος Πουλαντζάς, Ελληνικά Γράμματα, 2001.

(2) Για μια σφαιρική κριτική της Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη στο Ευρωπαϊκός Διάλογος για τη Μετανάστευση www.hlhr.gr.

(3) Παύλου Μ., Η σχολική εγκατάλειψη ως παραβίαση δικαιωμάτων του παιδιού, εισήγηση σε ημερίδα του ΕΠΙΨΥ, Μάιος 2005.

(4) Η πρόταση για διαρκές συμβούλιο-φόρουμ μεταναστευτικής πολιτικής είναι ώριμη έπειτα από 2 συναντήσεις Εθνικού Διαλόγου για τη Μετανάστευση που διοργάνωσε η Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου το 2005. www.hlhr.gr/emd/nmd.htm.

(5) Εξέχον παράδειγμα το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών.

Από την Ελευθεροτυπία  20/11/2005
http://archive.enet.gr/online/online_hprint.jsp?q=%25D0%25C1%25D5%25CB%25CF%25D5&a=&id=5592136

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2005

«Τα τσουνάμι της άγριας μετανάστευσης» (1)

Φτάνει πια με τον μύθο της Ελλάδας που μόνον πρόσφατα μετετράπη «από χώρα εξαγωγής σε χώρα υποδοχής μεταναστών» ή ότι «η ελληνική κοινωνία δεν είναι έτοιμη» (για την ένταξη των μεταναστών με πολιτικά δικαιώματα)! Ερήμην της κοινωνίας -εν προκειμένω των φορέων μεταναστών και για τη μετανάστευση και των πολιτικών και επιστημονικών οργανώσεων της «κοινωνίας πολιτών» (3)- μπορείς να πεις πολλά πράγματα γι' αυτήν.

Η πιο αφοπλιστική απόδειξη της αναντιστοιχίας και αντίφασης του νομοθετικού πλαισίου προς τις επιτακτικές κοινωνικές ανάγκες δόθηκε από μια πραγματική υπόθεση απέλασης μεταναστών που συζητήθηκε στη Βουλή κατά την ψήφιση του μεταναστευτικού νομοσχεδίου. Είναι η περίπτωση μιας Πακιστανής μετανάστριας και της κόρης της, θύματα ενδοοικογενειακής βίας, που συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στην Αμυγδαλέζα Αττικής προς απέλαση μετά από καταγγελία του θύτη τους, συζύγου και πατέρα. Δηλαδή, με τη συνδρομή της Αστυνομίας, η οποία δεν είδε στο πρόσωπό τους τα θύματα αλλά τους παραβάτες της μεταναστευτικής νομοθεσίας.

Η σχετική συζήτηση στη Βουλή ανέδειξε την «ευαίσθητη» προσπάθεια της ίδιας της ηγεσίας των αρμόδιων υπουργείων να παρακάμψουν την κείμενη νομοθεσία και να ανακαλέσουν την απέλαση. Μια προσπάθεια ασφαλώς παράδοξη την ίδια στιγμή που προωθούσαν προς ψήφιση τις διατάξεις περί απέλασης στο νέο νομοσχέδιο.

Ο ίδιος ο υπουργός Εσωτερικών ενημέρωσε τη Βουλή ότι ζήτησε από τον ιδιώτη δικηγόρο μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης να προσκομίσει πιστοποιητικά νοσοκομείου, ώστε κατόπιν να καταστεί δυνατό να χορηγηθεί στη μετανάστρια άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους επειδή πάσχει από ανίατη ασθένεια. Καμία άλλη διάταξη δεν θα μπορούσε να καλύψει τη 40χρονη μητέρα που μετανάστευσε ανήλικη και έζησε ένα τέταρτο του αιώνα και για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Ελλάδα, αλλά και την κόρη της, μαθήτρια ελληνικού Λυκείου, που γεννήθηκε εδώ.

Ο,τι πράττει αυτές τις ημέρες η ηγεσία των υπουργείων, επειδή η συγκεκριμένη περίπτωση είδε το φως της δημοσιότητας, δηλαδή η προσπάθεια να μην εφαρμοστεί η καταφανώς παράλογη πλην όμως τυπικά σύννομη απέλαση, το κάνει η ελληνική κοινωνία χρόνια τώρα ενάντια στη μεταναστευτική νομοθεσία και πολιτική και υπέρ των θεμελιωδών αξιών και των θεμιτών συμφερόντων της. (4)

Το ρήγμα δεν σοβεί μόνον ανάμεσα στην κοινωνία και στο πολιτικό σύστημα, αλλά ανάμεσα στο τελευταίο και σ' αυτή την ίδια την πολιτική.

Δεν μπορεί να ερμηνευτεί αλλιώς η απουσία από την κατ' άρθρο συζήτηση του νομοσχεδίου των προτάσεων τροποποίησης που περιλαμβάνονται σε μια εξηντασέλιδη ειδική έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη. Η Ανεξάρτητη αυτή Αρχή μνημονεύθηκε 3 φορές όλες κι όλες στη Βουλή, ως εκείνη που έχει υποδείξει κατ'επανάληψη «τα χάλια» της εφαρμογής του έως τώρα ισχύοντος νόμου 2910/2001. Περιορίζεται έτσι η χρησιμότητα της πολύτιμης ύλης της, από την οποία αντλούνται, όχι οι σημαντικές παρατηρήσεις και προτάσεις της, αλλά επιλεκτικά στοιχεία για αδιέξοδο καταγγελτικό λόγο με απαξιωτικές του κράτους αναφορές. Αρκεί να διαβάσει κανείς την έκθεση για να διαπιστώσει ότι ο Συνήγορος του Πολίτη είχε συγκεκριμένες προτάσεις, ώστε μια υπόθεση σαν της Πακιστανής μετανάστριας και του παιδιού της να μη μπορεί να επαναληφθεί στο μέλλον.

Ανάλογη τύχη είχαν και οι προτάσεις των φορέων μεταναστών και για τη μετανάστευση. Εστω κι αν οι παρατηρήσεις της Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη και του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων, μετά από 2 ημερίδες Εθνικού Διαλόγου μέσα στο 2005 ανάμεσα στους μεταναστευτικούς φορείς, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Διαλόγου για τη Μετανάστευση (www.hlhr.gr), (5) επηρέασαν ορατά τις γενικές θέσεις του μεγαλύτερου μέρους των κομμάτων της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ). Εμπλουτίστηκε με αυτόν τον τρόπο η ρητορεία του πολιτικού λόγου από επιστημονικά και έγκυρα επιχειρήματα, χωρίς ωστόσο να οδηγήσει και σε ουσιαστική μεταβολή της προσέγγισης στο μεταναστευτικό φαινόμενο.

Πώς αλλιώς να ερμηνευθεί η αντίφαση ανάμεσα στην οραματική και εμβληματική ομιλία του κ. Παπανδρέου στη Βουλή και στην ανεπάρκεια των επιχειρημάτων του εισηγητή του, κ. Βλατή (για «βοσκούς και χειμαδιά») και εν τέλει τη συναίνεση της μείζονος αντιπολίτευσης διά χειλέων του τελευταίου στον μεγαλύτερο αριθμό των άρθρων του νομοσχεδίου; Μάλιστα, η συναίνεση αφορά τα άρθρα για τις άδειες εισόδου, εργασίας και την απέλαση των μεταναστών. Στοιχεία που αποτελούν τον πυρήνα της φιλοσοφίας του νομοσχεδίου και της ανεδαφικής (όπως αποδείχθηκε 15 χρόνια τώρα) διαδικασίας μετάκλησης εργαζομένων, αλλά και της αναποτελεσματικής πολιτικής καταπολέμησης της μετανάστευσης, που αν κάτι καταπολέμησε είναι τα δικαιώματα.

Ισως το σημαντικότερο κέρδος των τελευταίων χρόνων να είναι η σταδιακή μεταστροφή της δημόσιας συζήτησης από θέσεις ξενοφοβικές σε λόγο δικαιωμάτων. Αυτό συμβαίνει αργά, αλλά σταθερά, όπως υποδεικνύει μια άσκηση ανάλυσης περιεχομένου στα πρακτικά της Βουλής του 2001 και του 2005:

Συνυφασμένος με την ελληνική κοινωνικοπολιτική ιστορία, ο θετικά φορτισμένος όρος «μετανάστης», κυρίως χάρη στη μεταναστευτική εμπειρία της διασποράς του 20ού αιώνα, δύσκολα και διστακτικά παραχωρήθηκε στους μετανάστες στην Ελλάδα του 21ου (6). Το 2001 κατά τη συζήτηση του μεταναστευτικού νομοσχεδίου στη Βουλή, ο πλέον προσφιλής όρος για τον προσδιορισμό των μεταναστών ήταν «αλλοδαπός» (ακούστηκε 594 φορές), ενώ ιδιαίτερα συχνός ήταν και ο νεολογισμός «λαθρομετανάστης» (ακούστηκε 113 φορές). Αντιθέτως, το 2005 ο όρος «μετανάστης» χρησιμοποιήθηκε στη Βουλή 752 φορές, έναντι 147 μόνο αναφορών τού «αλλοδαπός» και μόλις 16 του όρου «λαθρομετανάστης»! (7)

1 Από τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τη μετανάστευση στη Βουλή, Συνεδρίαση ΙΗ', 3/8/2005.

2 Κοινωνιολόγος. Ευρωπαϊκός Διάλογος για τη Μετανάστευση.

3 Οι οργανώσεις, με πρώτο το Φόρουμ μεταναστών, έχουν επισημάνει σε όλους τους τόνους πως δεν είναι αληθής ο ισχυρισμός ότι το υπ. Εσωτερικών συζήτησε με τους μετανάστες το σχετικό νομοσχέδιο.

4 Βλ. το κείμενο του υπογράφοντος «Η μεταναστευτική πολιτική ενάντια στην κοινωνία», Τα ΝΕΑ, 4/7/2005, σελ. 44.

5 Στις ιστοσελίδες της Ενωσης υπάρχουν οι ηλεκτρονικές εκδόσεις «Προτάσεις για την ένταξη των μεταναστών», «Κριτική και προτάσεις στο νομοσχέδιο για τη μετανάστευση».

6 Για περισσότερα σε αυτή την προβληματική δες:

* Παύλου Μ., Οι μετανάστες σαν κι εμάς: όψεις της απόκρισης στο μεταναστευτικό φαινόμενο, στο Παύλου Μ. - Χριστόπουλος Δ., Η Ελλάδα της Μετανάστευσης: κοινωνική συμμετοχή, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη, Σειρά ΚΕΜΟ, Εκδόσεις Κριτική, 2004,

* Παύλου Μ., Οι λαθρέμποροι του φόβου: ρατσιστικός λόγος στον τύπο μιας υποψήφιας μητρόπολης, στο συλλ. τόμο: Μαρβάκης Δ., Παρσάνογλου Δ. Παύλου Μ. (επιμ.) Μετανάστες στην Ελλάδα, σειρά Εταιρείας Πολιτικού Προβληματισμού «Νίκος Πουλαντζάς», Ελληνικά Γράμματα, 2001.

7 Η διαφορά είναι ακόμη πιο σημαντική αν υπολογίσει κανείς ότι η φετινή συζήτηση στο θερινό τμήμα της Βουλής ήταν κατά 32% συντομότερη από εκείνη του 2001.

Από την Ελευθεροτυπία  11/8/2005

http://archive.enet.gr/online/online_hprint.jsp?q=&a=%25D0%25C1%25D5%25CB%25CF%25D5&id=60295408