Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

E la nave va[1] - ο ρινόκερος της μετανάστευσης

Βγαλμένο από τη Φελλινιανή μυθογραφία το καράβι με τους πρόσφυγες ξεπροβάλλει και πάλι στο Αιγαίο. Οι οπερατικοί ήρωες της πολιτικής και της απολιτικής συναγωνίζονται στο κατάστρωμα σε πλειοδοσία στις κορόνες της ξενοφοβίας και της άγνοιας. Η κατραμομούτσουνη εργατική τάξη στα καζάνια του πλοίου θαυμάζει τους τενόρους, τους βαρύτονους και τις σοπράνο παλεύοντας να κρατήσει το πλοίο στην επιφάνεια. Τα φαντάσματα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και η πρώτη μεγάλη Ευρωπαϊκή προσφυγιά απέναντι στην φιλάρεσκη ματαιόδοξη όσο και ανυποψίαστη αλλά και τρομαγμένη ελίτ στο καράβι του Φελλίνι μοιάζουν με εκείνα της σύγχρονης μετανάστευσης και φυγής από τους τόπους του πολεμικού και εμφύλιου σπαραγμού στο όνομα των θρησκειών, της «μάχης των πολιτισμών» και του χρήματος.
Ίσως η πιο δραματική όσο και απογοητευτική πτυχή της τρέχουσας υστερικής αντίδρασης στα προβλήματα που φορτώθηκαν και αποδόθηκαν εσχάτως με το ζόρι σε όλους ανεξαιρέτως τους μετανάστες και πρόσφυγες, να είναι η ηγεμονία του ακροδεξιάς έμπνευσης ολοκληρωτικού και τελικά ρατσιστικού λόγου. Δηλαδή, η διάδοση ακόμη και σε μείζονα, εθνικής εμβέλειας, μέσα ενημέρωσης, εκείνου του λόγου που γραπώνεται από απλουστεύσεις και γενικεύσεις για να κατασκευάσει αποδιοπομπαίους τράγους, και να μας απομακρύνει ακόμη περισσότερο από τη λύση των κοινωνικών ζητημάτων.

Ο λόγος του μίσους

Σε μια χώρα που o λόγος του μίσους (‘hate speech’) ζει και βασιλεύει ατιμώρητος (βλ. την αθώωση Πλεύρη) αν όχι πλήρως νομιμοποιημένος, η εξέλιξη αυτή μάλλον αποτελεί προαναγγελθείσα και αναμενόμενη τροπή μιας ατελέσφορης δυναμικής της ένταξης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία. Όσο και αν έγινε γενικώς αποδεκτή η παρουσία τους, κυρίως μέσα από την ωφελιμιστική θεώρηση της συμβολής τους στην «εθνική οικονομία», έστω και αν σε αυτήν συμπεριληφθεί η παρασιτική παραοικονομία. Όσο και αν η καθημερινή συμβίωση, αλλά και οι έντονες προσπάθειες αφομοίωσης μέρους του μεταναστευτικού πληθυσμού, καθώς η αστικοποίησή τους, οδήγησε σε μια ειρηνική συνύπαρξη παρά τις ανισότητες, την εκμετάλλευση και ενίοτε την δυσμενή και δυσανεκτική μεταχείριση από το κράτος και τους εκπροσώπους του.
Μέσα στα χρόνια που διανύθηκαν σε αυτόν τον αιώνα ο τίτλος του μετανάστη αποδόθηκε και στους εισερχόμενους μετανάστες και όχι πια μόνον στους έλληνες του εξωτερικού. Έως το 2005, το 2006 και για μεγάλο μέρος του 2007 ο όρος «λαθρομετανάστης» είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου δώσει τη θέση του στο ‘μετανάστης’. Ωστόσο, αυτή η θετική μεταστροφή έμεινε κενή ρητορεία στο βαθμό που δεν μεταφράστηκε σε δικαιώματα, σε ουσιαστική βελτίωση της νομοθεσίας και σε πολιτική συμμετοχή των μεταναστών, έστω χωρίς ψήφο, για τα ζητήματα που τους αφορούν. Είτε αυτά είναι η μεταναστευτική πολιτική, είτε η τοποθέτηση των κάδων απορριμμάτων στο δήμου όπου διαμένουν.

Ηττήθηκαν πολιτικά

Όσα θετικά κείμενα, όσες ιστορίες επιτυχίας και πορτρέτα μεταναστών και παιδιών της δεύτερης γενιάς και αν δημοσιεύτηκαν, δεν οδήγησαν στην τροποποίηση του Κώδικα Ιθαγένειας. Ο θετικός μετασχηματισμός της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη, πέρα από το γένος, μάλλον σήμερα φαντάζει μακριά από τη συζήτηση, ενώ το δημοκρατικό έλλειμμα ενός εργατικού δυναμικού και μιας δυναμικής νέας γενιάς που όμως δεν έχουν ισότιμα δικαιώματα συμμετοχής, στοιχειώνει τα όνειρα των μεταναστών, αλλά και των γηγενών-ναυαγών μιας συνταγματικής οντότητας και κοινωνικής συλλογικότητας των αξιών και των δικαιωμάτων.
Με άλλα λόγια, οι μετανάστες και όσοι τους στηρίζουν ηττήθηκαν πολιτικά. Δεν κατόρθωσαν να διεκδικήσουν αποτελεσματικά δικαιώματα, πλην όμως κατέκτησαν έστω και φευγαλέα τη συμπάθεια μιας ετεροφιλικής ελίτ που πρόθυμα τους ενσωμάτωσε στην (α)πολιτική της φλυαρία. Το 2007 είναι ο ορίζοντας της αρνητικής μεταβολής και παλινδρόμησης στην ξενοφοβία και το ρατσισμό. Τότε λήγουν και οι τελευταίες παρατάσεις του προγράμματος νομιμοποίησης διαγράφοντας έτσι το τέλος μιας άτυπα διαρκούς νομιμοποίησης (2001-2007), κάτι που φυσικά αποτελεί και τη μοναδική απάντηση στην ελληνική μαύρη αγορά εργασίας όπου λάμπει το κράτος δια της απουσίας του, και όπου οι εργαζόμενοι επωμίζονται το βάρος της δήλωσής τους και καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.

Η χρησιμοποίηση του Ισλάμ

Όμως το φθινόπωρο του 2007 και η εκλογή ενός ακροδεξιού κόμματος και στην Ελληνική Βουλή, σηματοδοτεί και την από τότε γεωμετρική αύξηση και ποιοτική μεταβολή της ρατσιστικής βίας σε βάρος μεταναστών και προσφύγων από οργανωμένες ακροδεξιές ομάδες. Το αναμάσημα των μισαλλόδοξων και των εγκληματοφοβικών στερεοτύπων γητεύουν τις παραπαίουσες πολιτικές ελίτ που σέρνονται στην συνομολόγηση του «προβλήματος της μετανάστευσης» στον τεχνητό δημοσκοπικό πανικό των media. Δεν στοχοποιούνται πλέον οι Αλβανοί, αλλά οι μουσουλμάνοι μετανάστες από τη μέση Ανατολή (Πακιστάν, Αφγανιστάν, Ιράκ). Εσχάτως το Ισλάμ χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία για να αποδώσει στους μετανάστες με το ζόρι μια επικίνδυνη και «ασύμβατη» εθνοπολιτισμική ταυτότητα, ανοίγοντας το δρόμο σε αλυσιτελείς και απαράδεκτες σπασμωδικές πολιτικές σκούπας και απέλασης.
Το ιδεολογικό σχήμα που θα αποτελέσει τη βάση για τις πρόσφατες πρωτοφανείς νομοθετικές πρωτοβουλίες για την σύλληψη κράτηση και απέλαση των μεταναστών, αλλά και για την ουσιαστική κατάργηση του ασύλου, ολοκληρώνεται με την προσωρινά βολική, όσο και κοντόφθαλμη και επικίνδυνη, ενοχοποίηση της Τουρκίας για όσα «κακά συμβαίνουν» στην Ελλάδα. Η εθνική υστερία (που ήρθε στην επιφάνεια με τα πλαστά δημοσιεύματα για την επίσκεψη Ερντογάν) είναι αυτό που μας έλειπε στην αντιμετώπιση της μετανάστευσης.

Αποκλεισμός

Σε αυτή την σκοτεινή συγκυρία και στο έρεβος της άγνοιας και της τροφοδότησης ενός αδικαιολόγητου φόβου και μιας στάσης παραίτησης από τον πολιτισμό των δικαιωμάτων, είναι σημαντικός ο ρόλος που αναλογεί στους παραγωγούς και στους φορείς δημόσιου λόγου, οργανισμούς και πρόσωπα. Είναι επιτακτική η αναγνώριση της σοβαρότητας της έξαρσης του ρατσιστικού λόγου, των απλουστευτικών, αφοριστικών γενικεύσεων και της υποδαύλισης του φόβου και της βίας, καθώς και η έμπρακτη άρνηση και καταρράκωση του. Στη ρίζα αυτής της ιδιαίτερα επικίνδυνης κατάστασης βρίσκεται η αδιαφορία για τα πραγματικά δεδομένα-στοιχεία και η παραπληροφόρηση, καθώς και ο σχεδόν ολοκληρωτικός αποκλεισμός από τη δημόσια σφαίρα, των φωνών της ακαδημαϊκής έρευνας, των φορέων για τα δικαιώματα, αλλά και των ίδιων των μεταναστών, προσφύγων και εθνικών κοινοτήτων.
Μπροστά σε μια περίοδο που προαναγγέλεται με ακόμη περισσότερες και σοβαρότερες παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου και με απομάκρυνση από τις αξίες της ισότητας και της ελευθερίας, το βάρος και η ευθύνη όλων είναι μεγάλη. Ελάχιστος στόχος είναι η ανατροπή της σημερινής κατάστασης και η διαμόρφωση πολιτικών που θα απορρέουν από το σεβασμό και των προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ίσως, τέλος, η σημερινή συγκυρία της μετανάστευσης στην Ευρώπη, να είναι μια από τις πιο επιτακτικές προκλήσεις αλλά και σημαντικές ευκαιρίες και για την ευρωπαϊκή αριστερά και τα δημοκρατικά κινήματα.
Τότε η μετανάστευση, ως άλλος φελλινιανός ρινόκερος, μπορεί να διασώσει τους ναυαγούς της εύθραυστης δημοκρατικής μας συμβίωσης.
___
*Ο Μίλτος Παύλου είναι διευθυντής του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ρατσισμού

[1] Ε la nave va (το πλοίο φεύγει) - Federico Fellini (1983).

Αναδημοσίευση από την Εποχή  5/7/2009
http://www.epohi.gr/portal/component/content/article/15/3198

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου