Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Tείχη στα σύνορα: προτάσεις και λύσεις

Για το μεταναστευτικό και τα προβλήματα που κληρονόμησε μετά από δεκαετίες προβληματικών πολιτικών έχουν προταθεί βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες λύσεις σε εθνικό, αλλά κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν θα λυθούν αύριο το πρωί αλλά μπορούν να λυθούν. Για την οικονομική κρίση που απειλεί να βυθίσει όχι μόνο την Ελλάδα και την Ευρώπη, δεν περιμένει κανείς λύσεις σε εθνικό επίπεδο και αύριο το πρωί, γιατί λοιπόν τις απαιτεί για τη μετανάστευση που αποτελεί παγκόσμιο και αρχαιότατο φαινόμενο;
Στη σημερινή δυσμενή οικονομική συγκυρία, όσοι βιώνουν την τραγική κατάσταση υποβαθμισμένων περιοχών της πόλης, χρειάζονται την κατανόησή μας και όχι ετικέτες. Συχνά είναι αποπροσανατολισμένοι και απελπισμένοι από την απουσία λύσεων και γραπώνονται σχεδόν ενστικτωδώς από την πρώτη απατηλή ιδέα ριζικής απαλλαγής τους από τη μιζέρια της γειτονιάς τους. Πριν ήταν οι τοξικοεξαρτημένοι ή οι τσιγγάνοι, σήμερα είναι κυρίως οι μετανάστες.
Τα προβλήματα υπάρχουν και είναι σοβαρά, αλλά δεν είναι μονοδιάστατα και μη αναστρέψιμα, ενώ οι μετανάστες και οι πρόσφυγες μπορούν να είναι μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος.
Όπως επίσης κάτοικοι του κέντρου της Αθήνας έχουν υποδείξει, η περιοχή τους εκτός από την εγκατάλειψη του κράτους, των επενδύσεων και την εγκατάσταση μιας μικροοικονομίας της βίας εμπεριέχει επίσης τους σπόρους μιας δυναμικής πολυπολιτισμικής συμβίωσης στηριγμένης στον αλληλοσεβασμό και την αλληλεγγύη ανάμεσα σε ευγενικούς, πολυδύναμους και χαμογελαστούς, παρά τη συγκυρία, ανθρώπους. Η καταστροφολογία είναι η πιο εύκολη και γρήγορη συνταγή για τις πιο λανθασμένες και τραγικές λύσεις.
Μερικά απλά βήματα θα μπορούσαν, όχι μόνο να μας βγάλουν από τη δυσάρεστη και εκρηκτική κατάσταση στην οποία μας έχει οδηγήσει η κακοδιαχείριση της μετανάστευσης, αλλά να γυρίσουν απολύτως τα πράγματα και να προμηθεύσουν ένα εναλλακτικό ρεαλιστικό υπόδειγμα για τις σύγχρονες ευρωπαϊκές μεγαπόλεις.
Από τη λειτουργία ενός συστήματος ασύλου που θα βοηθούσε να διακρίνουμε ποιοι χρήζουν προστασίας ως πρόσφυγες ή ως θύματα βίας, διακίνησης και εκμετάλλευσης, ή ασυνόδευτοι ανήλικοι κλπ. έως ένα διαρκές πρόγραμμα νομιμοποίησης, αναγνωρίζοντας το πραγματικό γεγονός της απασχόλησης και προστατεύοντας την εργασία προς όφελος όλων. Μέχρι να θεσπισθεί ένα εφαρμόσιμο σύστημα μετάκλησης εργαζομένων με βάση ρεαλιστικές εκτιμήσεις για τις ανάγκες της αγοράς εργασίας - σήμερα πολύ λίγοι εργοδότες και μετανάστες προσφεύγουν σε αυτό το ανεφάρμοστο, βραδυκίνητο και αναποτελεσματικό σύστημα που είναι ευάλωτο στη διαφθορά - η αναγνώριση και η προστασία της de facto απασχόλησης αποτελεί τη μοναδική εφαρμόσιμη λύση. Παράλληλα, η επείγουσα ανθρωπιστική παρέμβαση, αλλά και ένα πρόγραμμα εθελοντικού υποβοηθούμενου επαναπατρισμού μπορεί να βοηθήσει όσους μη βρίσκοντας αξιοπρεπή απασχόληση έχουν γίνει είτε βάρος, είτε στόχος και να δώσει τέλος στις απαράδεκτες και αναξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης αυτής της μικρής ομάδας.

Το μόνο που καταφέρνουν οι «φράχτες» και το «σφράγισμα» των συνόρων – εκτός από να καθιστούν την ειρηνική ανθρώπινη μετακίνηση ακόμη πιο επικίνδυνη και θανάσιμη για τα γυναικόπαιδα - είναι να αυξάνουν το τζίρο των οργανωμένων κυκλωμάτων που διακινούν τους ανθρώπους αυτούς και την επιχειρησιακή τους δεινότητα, με αποτέλεσμα να ταυτιστούν πλέον με τα κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών και όπλων. Να ανοίξουν λοιπόν τα σύνορα; Ούτε αυτό είναι εφικτό: αν οι άνθρωποι καθεαυτοί δεν συνιστούν απειλή, οι άνομες συμπεριφορές, πχ. διακίνησης παράνομων αγαθών πρέπει να ελεγχθούν και να αποτραπούν.
Η Ελλάδα φέρει μια πρόσθετη γεωπολιτική ευθύνη, ως συνοριακό κράτος μέλος της ΕΕ : να ζητήσει την ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής οδηγίας 55/2001 σχετικά με την μαζική εισροή εκτοπισθέντων, που θα τη βοηθήσει να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Και πόροι και πολιτικά εργαλεία για τα παραπάνω υπάρχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
H εικόνα του ιστορικού κέντρου είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των πολιτικών δεκαετιών και όχι της παρουσίας των μεταναστών και προσφύγων. Είναι συνάμα και η μεγαλύτερη πρόκληση. Όχι μόνο γιατί μπορεί να έχει δραματικές συνέπειες εκεί που φαίνεται να πηγαίνει σήμερα, αλλά επειδή η περιοχή μπορεί αντιστρόφως μέσα από ένα άλμα ανάπτυξης και μεταμόρφωσης να καταστεί υπόδειγμα για άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Απαλλασσόμενο από τη μιζέρια και την εκμετάλλευση, μπορεί να προμηθεύσει θετικά παραδείγματα πολυπολιτισμικής συμβίωσης και επένδυσης σε μέχρι σήμερα εγκαταλελειμμένες και υποβαθμισμένες περιοχές. Πώς;
1. Αν η απαξιωμένη γη είναι ευκαιρία για τυχοδιώκτες, άλλο τόσο μπορεί να είναι ευκαιρία για μια ευφυή κεντρική διοίκηση που παρεμβαίνει ως θεσμικός επενδυτής, αλλά και τη δημοτική αρχή που θα συνδυάζει ιδέες όπως αυτές περί ανάπλασης και ανακατοίκησης από νέους κ.ά. παράλληλα και σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες για εντατική διερεύνηση οικονομικού εγκλήματος και πλυντηρίων χρημάτων.

2. Το Καλλικρατικό συμβούλιο μετανάστευσης είναι η ευκαιρία να συμμετάσχουν, να κινητοποιηθούν και να υποστηριχθούν έλληνες και μετανάστες που μπορούν να κάνουν τη διαφορά (πχ. το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών και οι ενεργοί δημοκράτες κάτοικοι του κέντρου, σημαντικοί σύγχρονοι σκηνοθέτες και ηθοποιοί, πρωτοβουλίες κινημάτων πόλης και νέων, Asante κ.ά.) δίνοντας στην πόλη τη πνοή που χρειάζεται.


3. Επείγει η αστυνόμευση της περιοχής, μέσα από μια πολυπολιτισμική αστυνομία με αυξημένη επιχειρησιακή ικανότητα καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος (και του διαχωρισμού ανάμεσα σε θύματα και θύτες-εκμεταλλευτές), αλλά και κατά της ρατσιστικής βίας. Σήμερα, η κατάσταση παραμένει ανεξέλεγκτη, ενώ τα θύματα επιδεικνύουν μια αξιοσημείωτη στωικότητα και αποχή από ανταπάντηση, διαφοροποιώντας έντονα το ελληνικό αθηναϊκό «γκέτο» από αντίστοιχα άλλων χωρών.

 

4. Το μουσουλμανικό μεταναστευτικό στοιχείο στην Ελλάδα είναι μετριοπαθές, ενώ η τελευταία δεν έχει μακρά παράδοση Ισλαμοφοβίας, όπως αντιθέτως συμβαίνει με άλλες χώρες. Σε αυτήν την κατεύθυνση η ίδρυση και λειτουργία τζαμιών στην Αττική μόνο να ωφελήσει μπορεί, όλες τις πλευρές.
 

5. Η ρατσιστική βία είναι μια σοβαρή ποινικά κολάσιμη εγκληματικότητα με τη διαφορά του επιβαρυντικού στοιχείου των ρατσιστικών κινήτρων και των αρνητικών συνεπειών της στην κοινωνική συνοχή. Πώς λοιπόν η πολιτεία απέχει από την αποτελεσματική ποινική της δίωξη, συχνά κάνοντας λόγο για αντίθετους πόλους, για ανάγκη αυτοσυγκράτησης και άτυπου κοινωνικού ελέγχου; Άραγε ζητά το ίδιο από τους πολίτες στην περίπτωση πολύ λιγότερο σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όπως η κλοπή;
Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή της πολιτικής μας ιστορίας. Όπως επισημαίνει ο Χάμπερμας η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους πολιτικούς ενίοτε οδηγεί το πανικοβλημένο πολιτικό προσωπικό σε μια απολιτικής φύσης εύκολη στοχοποίηση των μεταναστών που υποτιμά ή περιφρονεί τα πραγματικά και επιστημονικά δεδομένα: «αληθινή πηγή ανησυχίας είναι ότι αδίστακτοι πολιτικοί ανακαλύπτουν πως µπορούν να διασκεδάσουν τις ανησυχίες των ψηφοφόρων τους προτρέποντάς τους σε εθνικές επιθέσεις εναντίον κοινωνικών οµάδων λιγότερο προνομιούχων από τους ίδιους»
Αν στις ΗΠΑ η περίοδος αυτή σημαδεύεται από την αποθέωση της ημιμάθειας, στο tea party και στη Sarah Palin, στη Γερμανία αυτό σημαίνει αναζωπύρωση ενός ρατσιστικού λόγου με γενετικά επιχειρήματα. Στην δε Ελλάδα επιπλέον μεταφράζεται σε ξύπνημα του αυταρχισμού και της ακροδεξιάς με ευρεία διάδοση και αποδοχή των κεντρικών τους επιχειρημάτων, αλλά και σε άγνοια, που οδηγεί μαθηματικά σε εσφαλμένες ή και ολέθριες λύσεις.


Αναδημοσίευση από το Protagon.gr 17/01/2011
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=4831 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου